Ξεκάθαρα προηγείται στην προεκλογική εκστρατεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας η σημερινή καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Είναι αλήθεια, ότι πιθανότητες να είναι επικεφαλής της νέας γερμανικής κυβέρνησης έχει και ο σοσιαλδημοκράτης, πρώην υπουργός Οικονομικών Πέερ Σταιμπριούκ.

Οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες διεξήχθηκαν τις παραμονές των εκλογές, προβλέπουν τη νίκη της συμμαχίας, επικεφαλής της οποίας είναι η Άνγκελα Μέρκελ. Η σημερινή καγκελάριος της Γερμανίας μπορεί να τεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης για τρίτη φορά. Οι θέσεις της είναι ισχυρές όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας. Αυτή είναι που καθορίζει το ρυθμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά στην επίλυση των οικονομικών προβλημάτων.

Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, το κόμμα στο οποίο είναι ηγέτιδα η Μέρκελ, η Χριστιανο-δημοκρατική Ένωση (CDU) μπορεί να πάρει το 38% των ψήφων. Είναι αλήθεια ότι δεν είναι σίγουρο ότι η σημερινή συμμαχία θα παραμείνει ως έχει. Ο σύμμαχος των χριστιανοδημοκρατών – το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (FDP) μπορεί να μην ξεπεράσει το όριο του 5% για να εισέλθει στη Βουλή. Μιλώντας στη «Φωνή της Ρωσίας» ο καθηγητής της έδρας της Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου Νιλς Ντίτεριχ σχολίασε:

Νομίζω πως αν οι Ελεύθεροι Δημοκράτες δεν καταφέρουν να εισέλθουν στη Μπούντεσταγκ, τότε η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναζητήσουν εταίρο για τη δημιουργία συμμαχίας.

Σύμφωνα με την παράδοση, βασικοί ανταγωνιστές του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος είναι οι σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας, με επικεφαλής του Πεέρ Στάινμπρουγκ. Οι προβλέψεις του δίνουν το 27% των ψήφων. Νωρίτερα η Μέρκελ και ο Στάινμπουργκ συνεργάζονταν – μέχρι το 2009 ο νυν αρχηγός του SPD ήταν υπουργός Οικονομικών. Τώρα είναι ο βασικός κατήγορος της Μέρκελ, αν και συνολικά οι απόψεις τους ταιριάζουν με την πολιτική που ακολουθεί η νυν καγκελάριος. Ο Στάινμπουργκ κατηγορεί την Μέρκελ για ανεπαρκή συμμετοχή της Γερμανίας στη σωτηρία των προβληματικών οικονομιών. Υποστηρίζει τη βοήθεια προς την ευρωζώνη, ακόμη κι αν χρειαστεί οι γερμανοί να σφίξουν το ζωνάρι. Σε αντίθεση με τον Στάινμπουργκ η Μέρκελ προσπαθεί να μην αναλάβει ευθύνες, οι οποίες θα υπερέβαιναν τις δυνατότητες του Βερολίνου.

Να ενωθούν οι ηγέτες του Χριστιανοδημοκρατικού και του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος μπορούν με τους «Πράσινους» και το Αριστερό κόμμα, για τα οποία οι δημοσκόποι προβλέπουν ποσοστά της τάξεως του 9%. Για μια θέση στην Μπούτεσταντγκ παλεύουν και άλλα 29 ολιγομελή κόμματα. 9 από αυτά στις εκλογές σε ομοσπονδιακό επίπεδο μετέχουν για πρώτη φορά. Ανάμεσα στους νέους είναι το Κόμμα εκείνων που δε θέλουν να ψηφίσουν ή το Κόμμα των γερμανών ευρωσκεπτικιστών «Εναλλακτική λύση για τη Γερμανία». Τους τελευταίους δε θα ήθελαν να τους δουν στο Κοινοβούλιο ούτε η Μέρκελ ούτε η αντιπολίτευση. Οι ευρωσκεπτικιστές υποστηρίζουν την άμεση έξοδο της Γερμανίας από την Ευρωζώνη, την άρνηση του ευρώ και την επιστροφή στο μάρκο. Τάσσονται εναντίον κάθε μορφής βοήθειας προς τις προβληματικές χώρες σε βάρος των γερμανών φορολογούμενων. Αν καταφέρουν να εισέλθουν στην Μπούτενσταγκ, τότε η δημιουργία του «μεγάλου συνασπισμού» από τα κόμματα της Μέρκελ και του Στάινμπουργκ είναι κάτι που δε θα μπορέσουν να αποφύγουν. Σε αυτή την περίπτωση οι δύο πλευρές θα υποχρεωθούν να αναζητήσουν συμβιβασμούς σε κάθε ζήτημα, μεταξύ δε των άλλων και στην περαιτέρω συμμετοχή της Γερμανίας στη σωτηρία των ευρωπαϊκών οικονομιών. Μεγάλες αλλαγές πολιτικής δεν πρέπει να περιμένουμε, οι διαφωνίες όμως είναι αναπόφευκτες, υποθέτει ο επικεφαλής του Κέντρου Γερμανικών Μελετών του Ρωσικού Ινστιτούτου Ευρώπης, Βλαντισλάβ Μπέλοφ:

Η Γερμανία είναι ένα από τα κράτη, τα οποία εκφράζουν πολύ σκληρές απαιτήσεις προς τις χώρες που μαστίζονται από την κρίση. Από την μία πλευρα, η Γερμανία ειδικά αναλαμβάνει πολύ μεγάλες υποχρεώσεις για την ασφάλεια από τις κινδύνους, οι οποίοι μπορεί να εμφανιστούν στην ευρωζώνη. Εδώ ιδιαίτερες αλλαγές δε θα υπάρξουν, το Βερολίνο θα διατηρήσει τις σκληρές του θέσεις.

Εκτός Γερμανίας, πιο πολύ απ’ όλους για το αποτέλεσμα των εκλογών ανησυχεί η Ελλάδα. Η Αθήνα περιμένει όχι μόνο την επόμενη δόση από την ευρωζώνη, αλλά ελπίζει ότι θα της χαριστούν και χρέη. Η Άνγκελα Μέρκελ δήλωσε ήδη ότι το Βερολίνο δεν θα συμφωνήσει για τη διαγραφή του ελληνικού χρέους. Ωστόσο αν η αντιπολίτευση καταφέρει να κερδίσει την πλειοψηφία στην Μπούτενσταγκ, σε συμμαχία, για παράδειγμα με τους Πράσινους, τότε το ζήτημα αυτό θα επανεξετασθεί.

 

*Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.