Βασικές μορφές βιομηχανικού εμπλουτισμού του ουρανίου προς το παρόν παραμένει η αέρια διάχυση και η φυγοκέντρηση. Χρησιμοποιείται άμεσα η διαφορά στη μάζα ανάμεσα στα ισότοπα του διαιρούμενου ουρανίου- 238 και του διαιρέτη ουρανίου-235. Η μέθοδος με τις αχτίνες λέιζερ είναι σχεδιασμένη για τη διαφορά στην αντίδραση των ισοτόπων στην ηλεκτρομαγνητική διέγερση.

Στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1970 είχαν καταβληθεί πολύ σοβαρές προσπάθειες για το σχεδιασμό αποτελεσματικών συστημάτων εμπλουτισμού με λέιζερ. Οι τεχνικές δυσκολίες δεν έγινε δυνατό να ξεπεραστούν, και η ιδέα έμεινε αναξιοποίητη. Σήμερα οι αμερικανοί προσπαθούν να της δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία. Η General Electric και η Hitachi, έχοντας ιδρύσει μια κοινή εταιρεία, κατασκευάζουν στη Βόρεια Καρολίνα μια συσκευή για το διαχωρισμό των ισότοπων με τη βοήθεια της διέγερσης με λέιζερ.

Οι απολογητές της τεχνολογίας αυτής πιστεύουν ότι θα είναι μια πραγματική επανάσταση: η αποτελεσματικότητα του εμπλουτισμού τάχα μέχρι και 16 φορές υψηλότερη με παράλληλη σημαντική μείωση του επενδεδυμένου κεφαλαίου και δαπανών για ενέργεια. Οι σκεπτικιστές απαντούν ότι το όφελος για τον τελικό χρήστη δεν θα είναι τόσο μεγάλο, στο βαθμό που οι δαπάνες για τον εμπλουτισμό αποτελούν μόνο το 5% του συνολικού ποσού που δαπανάται για την ατομική ενέργεια. Μιλώντας στη «Φωνή της Ρωσίας» ο διευθυντής του Κέντρου Ενέργειας και Ασφάλειας, Αντόν Χλοπκόφ είπε:

Οι ΗΠΑ δεν είναι οι πρώτοι που επενδύουν στην τεχνολογία του εμπλουτισμού του ουρανίου με λέιζερ. Αντίστοιχες εργασίες έγιναν και σε άλλες προηγμένες πυρηνικές χώρες, και συγκεκριμένα πρώτα στην ΕΣΣΔ και στη συνέχεια στη Ρωσία. Τα πλεονεκτήματα ήταν μονοσήμαντα: η τεχνολογία μπορεί με επιτυχία να χρησιμοποιείται σε εργαστηριακά επίπεδο για τον εμπλουτισμό ασήμαντων ποσοτήτων ουρανίου. Ωστόσο, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βιομηχανικό επίπεδο. Τουλάχιστον εκείνο το κέρδος στην απόσβεση που μπορεί να υπάρξει στο εργαστήριο, δεν μπορεί να υπάρξει κατά τη μετάβαση στο βιομηχανικό επίπεδο.

Το βασικό πρόβλημα της τεχνολογίας SILEX είναι, φυσικά, όχι το οικονομικό. Υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει ουσιαστικό στήριγμα εκείνων των δυνάμεων, οι οποίες ασχολούνται με τη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Το SILEX θεωρητικά αυξάνει τον κίνδυνο του «σεναρίου» απόκτησης βόμβας. Σε κάθε περίπτωση κάθε νέα τεχνολογία θέτει ως προς τις εγγυήσεις του καθεστώτος μη διάδοσης μια σειρά δύσκολων προβλημάτων. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της θεμελιώδους αναντιστοιχίας της Συμφωνίας για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων με τη σημερινή πραγματικότητα.

Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ορισμένες βασικές προκλήσεις της Συμφωνίας για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Πριν απ’ όλα είναι ο αντιθετικός χαρακτήρας του συστήματος των διεθνών σχέσεων και η αύξηση της απόστασης ανάμεσα στην πλειοψηφία των κρατών του κόσμου και της ομάδας των πλέον προηγμένων σε στρατιωτικό και τεχνολογικό επίπεδο χωρών. Αυτό οδηγεί σε μια πιο ελεύθερη χρήση της ισχύος εκ μέρους των ηγετικών χωρών και δημιουργεί κίνητρα για τα αουτσάιντερ, τα οποία δικαίως βλέπουν τα πυρηνικά όπλα ως το πλέον αποτελεσματικό μέσο αποτροπής. Η τρίτη πρόκληση στο καθεστώς μη διάδοσης προέρχεται από την επιστημονική – τεχνολογική πρόοδο, η οποία συμβάλει στην υπέρβαση της διαφοράς ανάμεσα στα κράτη, σε ικανά και μη ικανά για τη δημιουργία των δικών τους πυρηνικών όπλων. Η τεχνολογία SILEX εμπίπτει σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Συνεπώς οι φόβοι αναφορικά με αυτή την τεχνολογία μπορεί να δικαιωθούν. Μιλώντας στη «Φωνή της Ρωσίας» το μέλος της Επιτροπής για την εξωτερική και αμυντική πολιτική Βλαντίμιρ Αβέρτσεφ είπε:

Αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη των εξοπλισμών διαδραματίζει η τεχνολογία. Κάθε φορά σε ένα νέο επίπεδο ανάπτυξης της τεχνολογίας προκύπτουν οι προκλήσεις για τους πολιτικούς. Αυτό, όπως γνωρίζουμε, συμβαίνει τακτικά στη σφαίρα των στρατηγικών εξοπλισμών. Για παράδειγμα, το αδιάλειπτο κυνήγι ανάμεσα στα συστήματα επίθεσης και τα συστήματα άμυνας. Η ιστορία με τον εμπλουτισμό του ουρανίου με αχτίνες λέιζερ είναι αυτό ακριβώς. Οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες θεωρητικά θα κάνουν προσιτή στις λιγότερο πλούσιες χώρες, την παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούν μια οιονεί απειλή.

Οι προσπάθειες για διατήρηση του καθεστώτος μη διάδοσης συναντούν ολοένα και πιο μεγάλη αντίδραση. Μια σειρά χωρών αποκαλεί αυτό το καθεστώς οικονομική διάκριση. Επιτρέπει στα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα να ελέγχουν την αγορά των ραδιενεργών υλικών και των πυρηνικών τεχνολογιών.

Κατά μια άποψη το καθεστώς μη διάδοσης υπάρχει με βάση τη δύναμη της αδράνειας. Σε τελική ανάλυση μόνο η πολιτική βούληση συγκρατεί από το καθοριστικό βήμα μια ολόκληρη ομάδα κρατών, οι οποίες διαθέτουν υψηλού επιπέδου τεχνολογικές και οικονομικές δυνατότητες. Και εδώ ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αυστηρότητα και η ομοιομορφία στην εφαρμογή των κανόνων μη διάδοσης σε όλες τις χώρες. Στο μεταξύ αντιμετωπίζουμε την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Οι ΗΠΑ ενθάρρυναν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν επί Σάχη και με ελαφρότητα αντιμετώπισαν τις πυρηνικές προετοιμασίες του Πακιστάν. Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά απλά συμβάλλουν στην αύξηση του κινδύνου. Αυτά και όχι οι νέες τεχνολογίες για τον εμπλουτισμό του ουρανίου είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Συμφωνία μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

 

*Οι απόψεις της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της συντάκτη