Το «Pecheneg» ανήκει στην κατηγορία πολυβόλων, τα οποία προορίζονται τόσο για βολές χειρός όσο και για βολές από τρίποδα. Τα όπλα αυτού του τύπου εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1930 στη Γερμανία. Στις ένοπλες δυνάμεις της ΕΣΣΔ εισήχθηκε το 1961 το πολυβόλο Καλάσνικοφ, το οποίο, στη συνέχεια, έγινε ένα από τα καλύτερα στο είδος και την κατηγορία του σε ολόκληρο τον κόσμο, διαφοροποιούμενο από το σχετικά μικρό του βάρος, την υψηλή αποτελεσματικότητα και την ισχυρή δύναμη πυρός του.

Ταυτόχρονα, δεν του έλλειπαν τα κοινά για την πλειοψηφία των πολυβόλων μειονεκτημάτων, απαιτώντας αλλαγή της κάνης (ο διαρκής πολυβολισμός από τρίποδα οδηγούσε στη γρήγορη φθορά και πτώση της αποτελεσματικότητας του όπλου) και την σχετικά μειωμένη ακρίβεια στόχευσης.

Η βελτίωση του «Pecheneg» είχε ως στόχο την εξάλειψη αυτών των μειονεκτημάτων. Το πολυβόλο απέκτησε νέα κάνη με υποχρεωτική ψύξη. Αυτό αύξησε σημαντικά τη διάρκεια ζωής της κάνης και της ακρίβειας της βολής. Ο μέγιστος αριθμός βολίδων που μπορεί να εκτοξευθεί από το «Pecheneg» σε ριπές, χωρίς προηγούμενη ψύξη, είναι 600 βολίδες, ενώ γενικά κάθε κάνη έχει διάρκεια ζωής 30.000 βολές.

Η χρήση του «Pecheneg» στο στρατό ξεκίνησε τη δεκαετία του 2000 και οι χρήστες σημείωσαν τη μεγάλη χρησιμότητα αυτού του νέου όπλου, κατά πολύ πιο ελαφρύ ακόμη και σε σχέση με τον προκάτοχο του, την ακρίβεια, η οποία βελτιώθηκε όχι μόνο λόγω της καλύτερης κάνης, αλλά και του βολικού συστήματος στόχευσης.

Η σταδιοδρομία του «Pecheneg» βρίσκεται στην αρχή του, προς το παρόν εκτός από τη Ρωσία, το χρησιμοποιούν σε ένα μικρό αριθμό κρατών, βασικά οι σύμμαχοι μας στον Οργανισμό Συλλογικής Ασφάλειας. Οι εκθέσεις, όπως η Milipol-2013 κάνουν πιο εύκολη τη διακίνηση του όπλου στις αγορές του εξωτερικού, ιδιαίτερα τώρα όπου υπάρχει συσσωρευμένη εμπειρία από τη χρήση του. Σήμερα ένα τέτοιο όπλο θα γίνει ακόμη πιο επίκαιρο στο πλαίσια της νέας κατάστασης όπου σε ένα μεγάλο μέρος των αναπτυγμένων χωρών τα πολυβόλα που χρησιμοποιούν έχουν κατασκευαστεί πριν από πολλές δεκαετίες.

*Η άποψη της σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου