Η Συμφωνία του Ντέιτον παρέδωσε τη «διαχείριση» της βοσνιακής κρίσης στους νατοϊκούς στρατηγούς. Και τότε πλέον δεν ήταν καιρός για ημίμετρα, συμπάθειες ή αντιπάθειες. 60000 καλά εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι στρατιώτες έφτασαν στην περιοχή όχι για ιεραποστολική αποστολή. Αυτοί είχαν ειδικά καθήκοντα: διαχωρισμός και αφοπλισμός των αντιμαχόμενων πλευρών, τήρηση των εγγυήσεων για την επιστροφή των προσφύγων, τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αποστολή ήταν δύσκολη, αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν την κατάσταση για τα δικά τους συμφέροντα.

Αλλά τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια (τόσο κόστιζε η νατοϊκή επιχείρηση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το 1996) δεν έπρεπε να πεταχτούν στον αέρα. Πολλοί αναλυτές θεωρούσαν ότι ο Κλίντον, καλώντας στο Ντέιτον τον Φράνιο Τούτζμαν, τον Αλία Ιζετμπέκοβιτς κα τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, έκανε το κυριότερο – εξασφάλισε την παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια για πολλά χρόνια. Ενώ στην ειρηνευτική συμφωνία των 130 σελίδων υπήρχαν πολλά προτερήματα, αλλά και αρκετά ελαττώματα.

Ένα από αυτά ήταν ότι οι κάτοικοι έπρεπε σε σύντομο χρονικό διάστημα να επιλέξουν την υπηκοότητα και την εθνικότητα. Ο πόλεμος άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τη σύνθεση του πληθυσμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ένα μεγάλο μέρος από τους περίπου 2 εκατομμύρια πρόσφυγες δεν βιάζονταν να επιστρέψουν. Όλοι ονειρεύονταν με αλήθειες και ψέμματα να προσκολληθούν στην ευημερούσα Δύση. Οι περισσότερες περιοχές της Βοσνίας μετατράπηκαν σε εθνικά καθαρές. Οι μουσουλμάνοι από διάφορες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας τους τελευταίους μήνες του πολέμου προσπαθούσαν να μετακινηθούν στο Σαράγεβο και τα περίχωρά του, πιο κοντά στους αδελφούς τους στην πίστη.

Όλοι τους ήθελαν να αποκτήσουν τη βοσνιακή υπηκοότητα. Οι κανόνες του Ντέιτον είχαν ως εξής: «Για να γίνει κάποιος κάτοχος διαβατηρίου της Βοσνίας, θα πρέπει να διαθέτει ιατρική βεβαίωση ότι ο υποψήφιος δεν πάσχει από φυματίωση και έιτζ.» Στη συνέχεια το τοπικό ΥΠΕΣ πραγματοποιούσε συνέντευξη με τον υποψήφιο για τη νέα υπηκοότητα και διαπίστωνε γιατί αυτός αποφάσιζε να μετοικήσει συγκεκριμένα εκεί.

Τα ακατοίκητα σερβικά διαμερίσματα στο Σαράγεβο και στα περίχωρά του ήταν περισσότερα από αρκετά, οπότε το ζήτημα της στέγασης δεν ήταν τόσο σημαντικό για τους νεοαφιχθέντες μουσουλμάνους. Το κυριότερο ήταν, ότι έπρεπε να είναι όχι μόνο υγιείς, αλλά και να διαθέτουν μία ειδικότητα. Με την εργασία υπήρχε πρόβλημα, αλλά στο μέλλον στη Βοσνία μπορεί να χρειάζονταν εξειδικευμένα άτομα. Αν δεν υπήρχαν δικά τους τέτοια άτομα, γιατί να μην χρησιμοποιήσουν αυτούς που έρχονταν από μόνοι τους. Για ένα ακόμα τμήμα των ξένων, κυρίως αυτών, οι οποίοι είχαν έρθει στη διάρκεια του πολέμου για την υπεράσπιση των ομοθρήσκων τους, επίσης δεν υπήρχαν προβλήματα με τη νέα υπηκοότητα. Ένα μέρος των μαχητών παρέμεναν στη Βοσνία, επειδή παντρεύονταν ντόπιες κοπέλες ή άλλαζαν τα έγγραφά τους. Για αυτούς ήταν ανοιχτές όλες οι πόρτες στη μουσουλμανική Βοσνία. Πολιτογραφημένοι σε Βόσνιους, ήταν πρόθυμοι να μεταφέρουν τη δική τους «εμπειρία της μάχης» σε εθελοντές. Και οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι: επίσημα δεν υπήρχαν μαχητές στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αν και στην πραγματικότητα αυτοί ήταν μερικές δεκάδες χιλιάδες. Έτσι λύνονταν ταυτόχρονα δύο προβλήματα: αύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού στη Βοσνία και απόκτηση εκπαιδευμένων σκληρά σε πολλούς τοπικούς πολέμους μαχητών, πρόθυμων οποιαδήποτε στιγμή να βοηθήσουν εκείνους, οι οποίοι τους έδωσαν μία στέγη. Ο Αλία Ιζετμπέκοβιτς γνώριζε καλά ότι η στήριξη των ΗΠΑ είναι καλή, αλλά όχι αιώνια. Γι’ αυτό, ήταν χρήσιμο να διαθέτει σε εφεδρεία δικούς του, αφοσιωμένους στο Ισλάμ ανθρώπους.

Συνεχίζεται.

 

*Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.