Σχεδόν 40.000 στρατιώτες έστειλε το Πεντάγωνο στην περιοχή της σύγκρουσης. Προς υποστήριξή τους έλαβαν 150 άρματα μάχης Abrams, 250 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και 50 ταχύτατα ελικόπτερα τύπου Apache καθώς επίσης και άλλους σύγχρονους εξοπλισμούς. Η συμφωνία του Ντέιτον, η οποία είχε υπογραφεί στο Παρίσι στις 14 Δεκεμβρίου, προέβλεπε την έξοδο όλων των παράνομων σχηματισμών από τη Βοσνία.

Περίπου 3.000 μουτζαχεντίν επί τρία και πλέον χρόνια πολεμούσαν στο πλευρό του Αλία Ιζετμπέκοβιτς. Καλά εκπαιδευμένοι και έμπειροι εθελοντές βετεράνοι από το Αφγανιστάν, την Αλγερία και άλλες μουσουλμανικές χώρες πολύ σπάνια γίνονταν αντιληπτοί. Για την παρουσία τους γνώριζαν όλοι, αλλά κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να τους συναντήσει. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν το Σαράγιεβο, επισήμως απευθυνόμουν προς τη στρατιωτική ηγεσία για να μου χορηγήσει άδεια να ταξιδέψω μέχρι τη Ζένιτσα. Οι άντρες του ΟΗΕ έλεγαν ότι εκεί ήταν το κέντρο προετοιμασίας των μουτζαχεντίν και ότι αυτοί ήταν ουσιαστικά τα αφεντικά της πόλης.

Ήθελα να τους δω με τα ίδια μου τα μάτια. Δυστυχώς, όμως, κανείς δημοσιογράφος, πολύ περισσότερο από τη Ρωσία, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα γραφειοκρατικά εμπόδια. Φυσικά, ελάχιστοι ήθελαν να μάθουν λεπτομέρειες για τους ισλαμιστές εθελοντές στη Βοσνία. 3.000 άτομα, δεν είναι, θα έλεγε κανείς, πολλοί, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη την εμπειρία και το φανατισμό, μπορούμε να φανταστούμε την ισχύ αυτών των επαγγελματιών. Όταν το Οκτώβριο του 1995 οι άντρες του ΟΗΕ «οι ειρηνοποιοί» σκότωσαν έναν από αυτούς, επειδή απειλούσε με όπλο μια βρετανική περίπολο, οι μουσουλμάνοι μαχητές ορκίστηκαν να οργανώσουν τρομοκρατικές πράξεις κατά κάθε άπιστου από τον ΟΗΕ.

Οι αμερικανοί προφανώς δεν ήθελαν καμία προβοκάτσια στη Βοσνία. Η προσπάθεια να επιβάλουν σταθερότητα στην περιοχή δεν έπρεπε να έχει εμφανή αντίδραση. Αν και το Πεντάγωνο είχε δώσει σαφείς οδηγίες στους στρατιωτικούς του, πως και πού να έρχονται σ’ επαφή με το ντόπιο πληθυσμό, υποδεικνύονται ότι «σε περίπτωση μη υπακοής να ανοίγουν πυρ για να πλήξουν το στόχο» χωρίς του «μουτζαχεντίν» οι αμερικανοί θα επέβαλαν πιο εύκολα την τάξη. Ο Ιζετμπέκοβιτς είχε υποσχεθεί, πολύ πριν την άφιξη του στρατιωτικού σώματος του ΝΑΤΟ ότι οι μουτζαχεντίν θα εγκαταλείψουν το έδαφος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αλλά τόσο ο ίδιος όσο και οι μυστικές του υπηρεσίες επί μακρόν εξαπατούσαν τους αμερικανούς, επαναλαμβάνοντας καθημερινά, πως όλοι «οι εθελοντές από τις αραβικές χώρες» έχουν ήδη εγκαταλείψει τη χώρα και επέστρεψαν στις πατρίδες τους.

Προφανώς, ο Μπίλ Κλίντον δεν πίστευε τις επίσημες δηλώσεις του «γέρου Αλία». Στην Ουάσιγκτον από καιρό γνώριζαν την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων και έκλειναν τα μάτια μπροστά στα εγκλήματα πολέμου από την πλευρά του Ιζετκμπέκοβιτς και της ομάδας του. Ο μουσουλμανικός κόσμος βοηθούσε τη Βοσνία όλα τα χρόνια του πολέμου. Και αυτό γινόταν με τη σιωπηλή συμφωνία της CIA και άλλων μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Για αυτούς το σημαντικό τα χρόνια εκείνα ήταν να αγκιστρωθούν στα Βαλκάνια – αρχικά υπό τη σημαία του ΟΗΕ, στη συνέχεια υπό τη σημαία του ΝΑΤΟ. Οι αμερικανοί έχουν μια παράδοση: να έρχονται προσωρινά, να μένουν για πάντα.

Εκείνες τις ημέρες του Δεκεμβρίου του 1995 κατάλαβα: για να προετοιμάσουν οι στρατιωτικοί τις συνθήκες για τις πολιτικές υπηρεσίες για την ανακωχή, θα απαιτηθεί πολύς χρόνος. Και όχι μόνο γιατί η κρίση τότε πήρε τη μορφή της ανίατης ασθένειας. Πίστευα απλά ότι πολλές επιπλοκές θα υπάρξουν κατά τη μεταβίβαση της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε συσσωρευτεί πολύ κεφάλαιο. Και ελάχιστοι θα ήθελαν να αποχωρίσουν από την ηγεσία και από τα εκατομμύρια των δολαρίων που είχαν συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία. Πολύ αργότερα οι υποθέσεις μου επιβεβαιώθηκαν: η ομάδα του Ιζετκμπέκοβιτς είχε κερδίσει για όλα τα χρόνια της «πολιορκίας του Σαράγιεβο» και από φτωχοί δημοκράτες μετατράπηκαν σε πολύ πλούσιους και με επιρροή ανθρώπους, οι οποίοι άφησαν κληρονομιά τους κοντινούς τους συγγενείς όχι μόνο εξουσία, αλλά και πολύ «σεβαστούς τραπεζικούς λογαριασμούς».

Συνεχίζεται.

 

*Οι απόψεις της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της συντάκτη.