Πρώτος επικεφαλής αυτής της υπηρεσίας ήταν ο Ιβάν Βισκοβάτι. Αυτός ήταν υπέρμαχος της στροφής της Ρωσίας προς τη Δύση. Γι’ αυτό όλο το διπλωματικό του ζήλο ο ίδιος ανάλωνε, ώστε η Ρωσία να επεκταθεί στις μεγάλες εκτάσεις της Βαλτικής, και αυτό σήμαινε σύγκρουση με την Πολωνία, τη Σουηδία, τη Λιβονία, τη Δανία, οι οποίες θεωρούσαν αυτήν την περιοχή ως παραδοσιακή σφαίρα επιρροής τους. Έτσι, μελετούσε προσεκτικά με τη βοήθεια απεσταλμένων κατασκόπων την πολιτική κατάσταση σε αυτές τις χώρες, προσπαθώντας να αποδυναμώσει τη συμμαχία των αντιπάλων κρατών της Ρωσίας.

Έτσι, πηγαίνοντας προς το Σουηδό βασιλιά με την κοινοποίηση της σύναψης της ειρήνης το 1557, ο πρέσβης Ιβάν Ζαμίτσκι έλαβε εντολή: «Ευρισκόμενος στο βασιλιά να πληροφορηθείς: πώς είναι η σχέση του βασιλιά Γουσταύου με το Δανό βασιλιά και το Λιθουανό βασιλιά και τον εξοχότατο της Λιβονίας; Ζει ειρηνικά με αυτούς και τους άλλους γειτονικούς βασιλιάδες; Κι αν μάθεις κάτι, να ενημερώσεις τον τσάρο».

Το 1562 και ο ίδιος ο Βισκοβάτι πήγε για τη διεξαγωγή διακρατικών διαπραγματεύσεων στη Δανία. Από εκεί έφερε στη Μόσχα τη συνθήκη συμμαχίας με τη Δανία και την 20ετή συνθήκη ειρήνης με τη Σουηδία, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά τη θέση του Ιβάν του Τρομερού στον πόλεμο με τη Λιβονία.

Τον 17ο αιώνα εμφανίστηκαν οι πρώτες μόνιμες αποστολές στο εξωτερικό: στη Σουηδία (1634), την Πολωνία (1673), την Ολλανδία (1699), και οι δυνατότητές τους επίσης άρχισαν να χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή της εξωτερικής κατασκοπείας.

Το 1654, την εποχή του Τσάρου Αλεξέι, του πατέρα του Μέγα Πέτρου, δημιουργείται το προσωπικό γραφείο του Τσάρου. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή ήταν η πρώτη κρατική υπηρεσία πληροφοριών στη Ρωσία.

 

Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.