Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ισραηλινής έρευνας, κάθε τρίτη νεαρή μητέρα πάσχει από τα συμπτώματα της διαταραχής του μετατραυματικού στρες (PTSD), το οποίο παλαιότερα ήταν γνωστό ως σύνδρομο του Βιετνάμ, του Αφγανιστάν ή της Τσετσενίας. Το σύνδρομο αυτό ειδικότερα εκδηλώνεται με νυχτερινούς εφιάλτες, στους οποίους η γυναίκα επιστρέφει νοερά πίσω στον οδυνηρό τοκετό και το νοσοκομείο, καθώς επίσης και σε μια πολύ διφορούμενη σχέση προς το παιδί, το οποίο έχει προκαλέσει τόσα πολλά βάσανα.

Με ποιον τρόπο η φυσική για το γυναικείο οργανισμό διαδικασία της αναπαραγωγής στη συνείδηση των σύγχρονων γυναικών έγινε ισοδύναμη με τις πολεμικές ενέργειες, εξήγησε στη «Φωνή της Ρωσίας» ο επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Ραέλ Στρους, υφηγητής του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ:

Μελετήσαμε τη διαταραχή του μετατραυματικού στρες, αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας διαπιστώσαμε ότι πολλές γυναίκες, που υποφέρουν από κατάθλιψη μετά τον τοκετό εμφανίζουν συμπτώματα PTSD, της διαταραχής, που εμφανίζεται έπειτα από έντονο στρες, όταν η ζωή του ανθρώπου βρίσκεται σε κίνδυνο. Ανακαλύψαμε, ότι η αίσθηση των δυνατών πόνων κατά τη διάρκεια του τοκετού είναι για πολλές γυναίκες μια τόσο έντονη εμπειρία, ώστε ακόμα και αρκετούς μήνες αργότερα, συνεχίζουν να υποφέρουν από τα συμπτώματα του PTSD, όπως και τα θύματα των τροχαίων ατυχημάτων.

Τα συμπτώματα των δυο αυτών ψυχολογικών διαταραχών, σύμφωνα με τη γνώμη του καθηγητή Στρους, είναι πολύ παρόμοια. Ο γιατρός σημειώνει ότι στις νέες μητέρες εκδηλώνεται το PTSD με νυχτερινούς εφιάλτες, κατά τους οποίους η γυναίκα επιστρέφει νοερά στους οδυνηρούς πόνους και στο νοσοκομείο, σαν αυτά να συνεχίζονται ακόμη:

Οι γυναίκες επίσης μπορούν να βιώσουν δυσάρεστες σωματικές αισθήσεις, που θυμίζουν το τραύμα. Όλα αυτά τα συμπτώματα παρατηρούνται σε άτομα που πάσχουν από PTSD, αλλά δεν είναι τυπικά για την κατάθλιψη. Όταν οι άνθρωποι είναι καταθλιπτικοί, υποφέρουν από συνεχείς σκέψεις αυτοκτονίας και έλλειψη επιθυμιών.

Τον αιώνα του φεμινισμού και των αγώνων για ίσα δικαιώματα μεταξύ των δυο φύλων όλο και λιγότερες γυναίκες επιθυμούν να γίνουν μητέρες. Αυτό εξηγείται και από την επιθυμία τους να κάνουν καριέρα και από το φόβο μπροστά στις ευθύνες, όπως και από το φόβο να μη χάσουν τις ελκυστικές κοριτσίστικες αναλογίες τους και τώρα επιπλέον από το πολύ σοβαρό σοκ για το γυναικείο ψυχισμό. Πώς οι γυναίκες γεννούσαν χωρίς φόβο παλαιότερα παραμένει ερώτημα για τις εκπροσώπους του νέου κινήματος childfree («ελεύθερες από παιδιά» σε μετάφραση από τα αγγλικά), που έκανε την εμφάνιση του το 1970. Αλλά ο Ρώσος ειδικός, διευθυντής του κέντρου Πρακτικής Ψυχολογίας και συγγραφέας βιβλίων εκλαϊκευμένης ψυχολογίας Σεργκέι Γιούρεβιτς Κλιούτσνικοφ λέει ότι η απόρριψη του παιδιού κατά κύριο λόγο συνδέεται με το φόβο να έχεις την ευθύνη για κάποιον και υπαγορεύεται από τη σύγχρονη μόδα της εγωιστικής ύπαρξης:

Σήμερα κυριαρχεί η ιδεολογία της κατανάλωσης, η ιδεολογία της «γρήγορης ικανοποίησης». Για πολλές γυναίκες οι δυσκολίες της τεκνοποίησης είναι πολύ μεγάλες, διότι τις περιορίζουν σημαντικά. Πάνω από όλα η ελευθερία, «κάνε ό,τι θέλεις-ζήσε για τον εαυτό σου» και εδώ ξαφνικά πρέπει να ζεις για μια μικροσκοπική ύπαρξη. Αυτό το αρνητικό φαινόμενο, είναι μια εκδήλωση αυτού του ανεύθυνου εγωισμού. Έτσι, αν δεν υπάρχουν κάποιοι σωματικοί λόγοι αλλά μόνο ψυχολογικοί, «η κατάθλιψη μετά τον τοκετό» μπορεί να προκαλέσει μεγάλο εκνευρισμό στην κοινωνία.

Ο καθηγητής Στρους και ο δόκτωρ Κλιούτσνικοφ προσθέτουν επίσης ότι κατά τη διάρκεια του τοκετού στον οργανισμό της γυναίκας προκαλείται μια έντονη ορμονική αναταραχή, από την οποία μπορεί να αισθανθεί εξαντλημένη ή δυστυχισμένη. Συνήθως αυτή η κατάσταση υποχωρεί από μόνη της, αν και αυτό είναι πολύ προσωπικό. Κάποιες γυναίκες χρειάζονται ιατρική βοήθεια. Όπως για παράδειγμα, η νεαρή μητέρα Αλεξάντρα Μολνταβέρ, που λέει ότι αν κάποιος της είχε εξηγήσει ή αν κάπου είχε διαβάσει ότι η έλλειψη χαράς και ακαριαίας μητρικής αγάπης έπειτα από τη γέννηση του μωρού είναι κάτι φυσιολογικό, θα της ήταν πιο εύκολο τόσο με το παιδί, όσο και με τον σύζυγό της και τους οικείους της:

Δεν απευθύνθηκα σε ειδικούς, γιατί δε μπορούσα να προσδιορίσω για τον εαυτό μου την κατάσταση αυτή ως ασθένεια. Δεν είχα διαβάσει τίποτα, δεν προετοιμάστηκα ειδικά για τη γέννηση του παιδιού, νόμιζα ότι σαν γυναίκα θα μπορέσω να αντεπεξέλθω σε όλα αυτά. Οι συγγενείς μου δεν με στήριζαν. Όταν παραπονέθηκα στο σύζυγό μου, δεν με καταλάβαινε καθόλου. Του έλεγα ότι μάλλον είναι κατάθλιψη, αλλά δε βρήκα καμία απόκριση.

Και αν στην περίπτωση της Αλεξάνδρας η καταθλιπτική διάθεση υποχώρησε από μόνη της, για παράδειγμα στην ηθοποιό Μπρουκ Σιλντς χρειάστηκε βοήθεια. Ως μητέρα δύο κοριτσιών κατά τους πρώτους μήνες μετά την πρώτη γέννα δεν την εγκατέλειπε η ιδέα της αυτοκτονίας, όπως η ίδια έγραψε ανοιχτά στο βιβλίο της «Όταν άρχισε να βρέχει: Το ταξίδι μου στην μετά τον τοκετό κατάθλιψη».

Για να αντεπεξέλθουν σε μια τέτοια καταθλιπτική κατάσταση του πνεύματος, είτε επινοημένη, είτε γιατί προκλήθηκε από πραγματικές διαταραχές, οι Ρώσοι και οι Ισραηλινοί ειδικοί δίνουν διαφορετικές συμβουλές. Ο καθηγητής Στρους ζητά από τους γιατρούς και τους συγγενείς των γυναικών να φέρονται με μεγαλύτερη ευαισθησία στην αναγκαστική απογύμνωση των γυναικών κατά τον τοκετό. Ο Σεργκέι Κλιούτσνικοφ επιμένει στο ότι οι συγγενείς θα πρέπει να εξηγούν στη μητέρα ότι η γέννηση ενός παιδιού «στην πραγματικότητα είναι η μεγαλύτερη ευτυχία».

Ωστόσο, και οι δύο ειδικοί συμφωνούν σε ένα πράγμα: η εγκυμοσύνη, ο τοκετός, η ανατροφή των παιδιών πάντα ήταν και θα είναι συνδεδεμένα με μεγάλες δυσκολίες και ψυχολογικές κρίσεις. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί λόγο για να επιλέξει κάποιος την εθελοντική ατεκνία.

 

* Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.