Στη σύνοδο των ηγετών των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου ένα από τα πιο σημαντικά εκτός προγράμματος θέματα των επίσημων συναντήσεων και των ανεπίσημων συζητήσεων ήταν η κατάσταση γύρω από τη Συρία. Οι βασικές διαφορές της Μόσχας και της Ουάσιγκτον στο ζήτημα αυτό είναι γνωστές. Και γι’ αυτό, μάλλον, η κύρια είδηση της δεύτερης ημέρας λειτουργίας της συνόδου κορυφής ήταν η συνάντηση του Ρώσου και του Αμερικανού ηγετών Βλαντίμιρ Πούτιν και Μπαράκ Ομπάμα. Όπως είναι γνωστό, αρχικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν σχεδίαζε προσωπικές επαφές με τον εταίρο του από τη Συρία.

Σύμφωνα με τον Πούτιν, η συζήτηση ήταν εποικοδομητική και φιλική, όμως οι πλευρές παρέμειναν, η κάθε μία στη δική της γνώμη. Και αυτό σημαίνει ότι παραμένει η δυνατότητα χτυπήματος των ΗΠΑ κατά της Συρίας. Ωστόσο, στην Αγία Πετρούπολη για τον Ομπάμα ακούστηκε ο «κώδωνας κινδύνου». Εναντίον του στρατιωτικού σεναρίου μίλησαν όχι μόνο οι παραδοσιακοί αντίπαλοι των επιθετικών ενεργειών, αλλά και τα κράτη, τα οποία προηγουμένως παρέμεναν ουδέτερα. Σε γενικές γραμμές έχουν επικρίνει έντονα τη στρατιωτική επέμβαση η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, η Ινδονησία, η Ιταλία, η Βραζιλία και πολλές άλλες χώρες. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν, μιλώντας προς τους σκληροπυρηνικούς, κάλεσε να σκεφτούν τις συνέπειες της πιθανής επίθεσης.

Ότι σχετίζεται με τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή, αντανακλάται με το πιο σοβαρό τρόπο στην οικονομία, διότι η περιοχή αυτή τροφοδοτεί τη διεθνή οικονομία με ενεργειακούς πόρους. Μόλις εκεί συμβούν κάποιες ταραχές, αυξάνονται οι τιμές για τους πόρους αυτούς. Και το γεγονός αυτό εμποδίζει την ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας. Σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή για τη διεθνή οικονομία η αποσταθεροποίηση της κατάστασης στην περιοχή, μιλώντας με διπλωματικό τρόπο, είναι αντιπαραγωγική.

Επίσης ο πρόεδρος δήλωσε ότι το πρόβλημα της Συρίας συζητήθηκε στη σύνοδο κορυφής με τον πιο λεπτομερή τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι εναντίον της εισβολή στη χώρα αυτή στάθηκε ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Παν Γκι Μουν, ενώ ο Πάπας Φραγκίσκος σε ένα ειδικό μήνυμα κάλεσε τους ηγέτες των G20 να κάνουν τα πάντα για μια ειρηνική διευθέτηση της διαμάχης. Ωστόσο η Ουάσιγκτον συνεχίζει να προετοιμάζεται για την επέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα ενός ανεξάρτητου κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο είναι φυσικό να εγείρει το ζήτημα της βοήθειας προς τη Συρία από την πλευρά ενός από τους κύριους εταίρους της – της Ρωσίας. Ο πρόεδρος Πούτιν σχετικά με αυτό δήλωσε τα ακόλουθα.

Θα βοηθάμε τη Συρία; Ναι. Και βοηθάμε και τώρα. Προμηθεύουμε όπλα, συνεργαζόμαστε στον οικονομικό τομέα. Ελπίζω ότι θα υπάρχει περισσότερη συνεργασία στον ανθρωπιστικό τομέα, συγκεκριμένα στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, στην παροχή βοήθειας προς τους άμαχους πολίτες, οι οποίοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη κατάσταση σε αυτή τη χώρα.

Υπήρχε καμία πιθανότητα ότι οι απόψεις των αντιπάλων της επίθεσης κατά της Συρίας, οι οποίες ακούστηκαν στην Αγία Πετρούπολη, θα αλλάξουν ριζικά τις απόψεις του Ομπάμα; Μάλλον όχι. Στη ρεαλιστική πολιτική η στροφή κατά 180 μοίρες ερμηνεύεται ως μια απόλυτη αδυναμία. Και ο αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί επιτρέψει να γίνει αυτό.

Ωστόσο οι ΗΠΑ και οι υποστηρικτές τους πρέπει να θυμούνται ότι το στρατιωτικό σενάριο τοποθετεί τους επινοητές του εκτός νόμου, τόνισε ο Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη. Ο ίδιος υπενθύμισε το βασικό διεθνές πρότυπο: η χρήση βίας εναντίον ενός ανεξάρτητου κράτους επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση αυτοάμυνας. Ενώ υπό αυτές τις περιστάσεις δεν γίνεται καν λόγος για αυτό: η Συρία δεν σκοπεύει να κάνει επίθεση κατά των ΗΠΑ. Έτσι ο Ομπάμα μετά τη σύνοδο κορυφής των G20, όπου άκουσε αρκετά αρνητικές αξιολογήσεις της πρωτοβουλίας του, έχει τι να σκεφτεί. Εκπλήξεις μπορούν να τον περιμένουν και στο Κογκρέσο, την έγκριση του οποίου δεν κατάφερε να πετύχει. Είναι σαφές ότι εκεί δεν υπάρχει μια κοινή συναίνεση σχετικά με μια ακόμα στρατιωτική τυχοδιωκτική ενέργεια.

 

* Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.