Συνεννοήθηκε ταχύτατα με τη σύνταξη της πολωνικής διαδικτυακής έκδοσης της «Φωνής της Ρωσίας» και, στο σημείο αυτό, δεν προέκυψε κανένα πρόβλημα. Στις διαπραγματεύσεις όμως με τις αρχές της Νιαντόμα, ο Λεονίντ «κόλλησε». 'Οπως κατάλαβα, οι τοπικές αρχές φοβούνταν μια συνάντηση με πολωνό δημοσιογράφο, όπως οι πολωνοί εξόριστοι φοβούνταν κάποτε την εξορία στα μέρη αυτά.

Τελικά, η επαφή αποκαταστάθηκε λίγες μόλις μέρες πριν από την άφιξή μου στη Νιαντόμα. Ο Λιόνια ζήτησε τη συνδρομή της σύνταξης του τοπικού εβδομαδιαίου περιοδικού «Αβανγκάρντ» (Πρωτοπορία). Η ανταποκρίτρια 'Ανια Γκουσελνίκοβα σήκωσε το ακουστικό και η πραγματικότητα επανήλθε στη φυσιολογική της ροή.

Το επόμενο πρωί μετά την άφιξή μου, ήρθε να μας βρει στο ταπεινότατο ξενοδοχείο (που ωστόσο διατηρεί «τις τιμολογιακές προδιαγραφές της Δυτικής Ευρώπης»). Κατευθυνθήκαμε στο μουσείο, όπου μας περίμεναν έχοντας στρώσει ένα τραπέζι με πίτες, αναψυκτικά και μαρμελάδα.

Η 'Ανια, η διευθύντρια του μουσείου Γελένα Κουζνετσόβα και η προϊσταμένη της βιβλιοθήκης Γκαλίνα Ιβάνοβνα μας ετοίμασαν μια έκπληξη. Είχαν προσκαλέσει στη συνάντηση μερικούς γνωστούς τους από τη Νιαντόμα που έχουν πολωνικές ρίζες. Είχαν έρθει στα μέρη αυτά, όχι κατά τη δεκαετία του '40 του προηγούμενου αιώνα, αλλά ακόμα πιο πριν, από τον 19ο. Και δεν ήταν εξόριστοι του Τσάρου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ήρθαν εθελοντικά για να ζήσουν στη Ρωσία. Αισθάνονται Ρώσοι, αλλά θυμούνται ότι οι πρόγονοί τους κατάγονται από την Πολωνία. Δεν σκέφτονται να μεταναστεύσουν στην Πολωνία. Σέβονται όμως τη χώρα των προγόνων τους. Χαρούμενη και ταυτόχρονα συγκινητική ατμόσφαιρα.

Κατευθυνθήκαμε προς τη Μπουρατσίχα -που ήταν και ο σκοπός του ταξιδιού μας – και φτάσαμε εκεί σε είκοσι λεπτά.

Γύρω από το σταθμό απλώνεται ένα χωριό, στο οποίο είναι επίσημα εγγεγραμμένοι 600 κάτοικοι. Μπροστά στο σταθμό ορθώνεται ένα άγαλμα, αφιερωμένο στους κατοίκους του χωριού που σκοτώθηκαν στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Το κεντρικό κτίριο της περιοχής βρίσκεται σε απόσταση 50 μόλις μέτρων από το σιδηροδρομικό σταθμό. Σ΄ αυτό έχει την έδρα της η διοίκηση του χωριού υπό την καθοδήγηση της κυρίας Βέρα Ντουμπένκο και το ιατρικό – μαιευτικό κέντρο, στο οποίο υποδέχεται τους ασθενείς η κυρία Λουμπόφ Μακλακόβα. Δύο καλές, φιλόξενες και σεμνές γυναίκες. 'Ηταν όμως φανερό ότι οι γυναίκες τρόμαξαν στ΄ αλήθεια από την επίσκεψή μου. Τί θέλει από αυτές ένας Πολωνός, μετά από 70 χρόνια; Είναι απίθανο να ήρθε για να δηλώσει την ευγνωμοσύνη του για τα χρόνια που έζησαν εδώ οι πρόγονοί του. Τώρα που ήρθε ο δημοσιογράφος, τί θα γράψει άραγε; Μάλλον, κάτι όχι καλό, εξαιτίας του οποίου αυτές θα έχουν προβλήματα αργότερα. 'Ηταν φανερό ότι αυτά τα ερωτήματα στερούσαν επί μέρες των ύπνο των οικοδεσποινών μου.

Μου φαίνεται, ότι διάθεσή τους απέναντί μου άλλαξε εξαιτίας δύο στιγμιοτύπων. Το πρώτο ήταν όταν άναψα ένα κερί στο άγαλμα της Μπουρατσίχα. Το δεύτερο – όταν πήρα από το πλούσιο τραπέζι ένα μπουκάλι με τοπική βότκα και έβαλα στη θέση του ένα πολωνέζικο ποτό από μέλι, που μου είχε προμηθεύσει, πριν από την αναχώρηση για τη Ρωσία, ο συνταγματάρχης Λεόν Βάγκνερ, που είχε βρεθεί στα μέρη αυτά όταν ήταν μωρό.

Μίλησα γι αυτόν στις οικοδέσποινές μου, έβαλα στα ποτήρια το μελένιο απόσταγμα και αμέσως η ατμόσφαιρα έγινε πιο ανθρώπινη. Πήραμε το μεζέ μας από κρέας, ψάρι, εξαιρετικές πίτες και μανιτάρια. Μέσα σε αρκετές ώρες είχαμε πιει από 100-150 γραμμάρια, δηλαδή σχεδόν τίποτε.'Ηπιαμε στην υγεία μας, για τη συνάντησή, την κοινή μας ιστορία και τη φιλία μας.

 

*Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.