Η επιρροή των «αριστερών» δυνάμεων στην Ελλάδα εκείνη την εποχή ήταν τεράστια, και η ανάπτυξη της χώρας ως προς την κομμουνιστική πορεία ήταν κάθε ποτέ δυνατή. Όμως η Μεγάλη Βρετανία, φοβούμενη την ενίσχυση των «κόκκινων» στην περιοχή των Βαλκανίων, υποστήριξε τον Έλληνα βασιλιά Γεώργιο Β΄. Αποτέλεσμα της συνάντησης του Καΐρου ήταν η διαμάχη των μοναρχικών και των κομμουνιστών, η οποία αργότερα εξελίχτηκε σε εμφύλιο πόλεμο.

Από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα είχε καταληφθεί από τους ναζί, και στη χώρα δραστηριοποιόταν το απελευθερωτικό κίνημα. Το διοικούσε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το οποίο αποτελούταν κυρίως από τις «αριστερές», προ-κομμουνιστικές δυνάμεις. Ως δύναμη των Ενόπλων Δυνάμεών του αποτέλεσε ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, το πιο ισχυρό απελευθερωτικό κίνημα στην Ελλάδα, το οποίο είχε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των πολιτών.

Η ενίσχυση των «αριστερών» άρχισε να ανησυχεί τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία φοβόταν τη διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών στην περιοχή των Βαλκανίων. Για να αποτραπεί η περαιτέρω ενίσχυση του κινήματος, το Λονδίνο διοργάνωσε τη συνάντηση στο Κάιρο, όπου είχαν μαζευτεί οι εκπρόσωποι του απελευθερωτικού κινήματος της Ελλάδας, της Βρετανικής κυβέρνησης και ο βασιλιάς της χώρας Γεώργιος Β΄, ο οποίος είχε φύγει το 1941 αμέσως μετά από την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων. Οι ηγέτες του απελευθερωτικού κινήματος ήταν υπέρ της δημιουργίας μιας λαϊκής κυβέρνησης. Όμως ο Γεώργιος Β΄ δεν σκόπευε να εγκαταλείψει την εξουσία, και σε αυτό είχε μια ενεργή υποστήριξη του Τσόρτσιλ και του Ρούσβελτ.

Ξεκίνησε ένας σκληρός αγώνας μεταξύ των «αριστερών» δυνάμεων και των Βρετανών. Το Δεκέμβριο του 1944 στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποιήθηκαν μαζικές διαδηλώσεις για την υποστήριξη των κομουνιστών.

Χάρη στη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ η βρετανική διοίκηση κατάφερε σύντομα να καταστείλει την εξέγερση των αριστερών δυνάμεων και στις 11 Ιανουαρίου του 1945 μεταξύ του ΕΑΜ και της Βρετανίας υπεγράφη Συνθήκη Ειρήνης. Το Σεπτέμβριο του 1946 στην Ελλάδα επέστρεψε ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και στη χώρα διεξήχθη ένα δημοψήφισμα. Δημιουργήθηκε μια επιτροπή ανεξαρτήτων παρατηρητών για την παρακολούθηση των εκλογών, όμως σύμφωνα με έναν από αυτούς, τον Γεώργιο Παπαδαγούλη, «ήταν στην κυριολεξία μια φάρσα». Ούτε καν γινόταν κανένας λόγος για την ελευθερία της επιλογής. Ο αγώνας μεταξύ των μοναρχικών και των ανταρτών εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος κράτησε έως το φθινόπωρο του 1949. Αποφασιστικό ρόλο σε αυτόν τον πόλεμο έπαιξε η κομουνιστική Γιουγκοσλαβία. Λόγω των διαφορών που ξεκίνησαν να υπάρχουν με τη Σοβιετική Ένωση, η κυβέρνηση του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο το καλοκαίρι του 1949 έκλεισε τα σύνορα με την Ελλάδα. Οι Έλληνες αντάρτες στερήθηκαν την κύρια υποστήριξή τους και αναγκάστηκαν να σταματήσουν τον αγώνα.

Με αυτόν τον τρόπο κατά την έναρξη του «ψυχρού πολέμου» η Μεγάλη Βρετανία κατάφερε να επαναπροσδιορίσει τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης με το δικό της τρόπο και να αποκτήσει δικό της εγκάθετο στην περιοχή των Βαλκανίων.

* Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.