Πριν από μερικά χρόνια τέσσερα ξυρισμένα κεφάλια επιτίθονταν σκόπιμα σε κοινότητες τσιγγάνων. Δε γνώριζαν προσωπικά τα θύματα, συνεπώς, οι δολοφονίες διεπράχθησαν όχι για προσωπικούς λόγους, αλλά εμφανώς για εθνοτικούς. Οι εγκληματίες συνελήφθηκαν το 2009. Τέσσερα χρόνια δικαστικής διερεύνησης σε πρώτο βαθμό είχαν ως κατάληξη τη βαριά καταδικαστική απόφαση. Οι τρεις από τους δολοφόνους καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δικαίωμα πρόωρης αποφυλάκισης. Νομίζω πως το εφετείο θα βγάλει ανάλογη απόφαση.

Πώς κατέστη δυνατή αυτή η σειρά ρατσιστικών δολοφονιών στο κέντρο της Ευρώπης; Εξηγείται, μήπως, λόγωτηςουγγρικήςιδιαιτερότητας;

Δε θεωρώ αυτό το περιστατικό μοναδικό: στην Ανατολική Ευρώπη υπάρχουν πολλές χώρες με μεγάλες κοινότητες των τσιγγάνων της διασποράς, όπου συνέβησαν παρόμοιες επιθέσεις ή, κατ’ ελάχιστον, συχνά είχαμε πράξει βίας κατά των τσιγγάνων. Αυτό θα πρέπει να μας ανησυχήσει γιατί είναι μια ένδειξη που δείχνει πως στις κοινωνίες πολλών ανατολικοευρωπαϊκών χωρών υπάρχουν παρόμοιες προκαταλήψεις, ικανές να δικαιώσουν ηθικά τους εγκληματίες που πραγματοποιούν αυτές τις επιθέσεις. Αναφορικά με την ουγγρική πολιτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εδώ μπορεί να παίζει ρόλο το γεγονός ότι το ακροδεξιό κόμμα «Για μια καλύτερη Ουγγαρία» από 2006 διακρίνεται για την πολύ έντονη και επιθετική του ρητορική, ωστόσο αυτό δεν είναι ένα αποκλειστικό ουγγρικό φαινόμενο. Η ρητορική αυτή επιδρά εμφανώς στην κοινή γνώμη, η οποία και χωρίς αυτή είναι πολύ εχθρική απέναντι στους τσιγγάνους. Το κόμμα «Για μια καλύτερη Ουγγαρία» δεν συνδέεται άμεσα με τους επιτιθέμενους, νομίζω όμως πως το πολιτικό περιβάλλον πάντα παίζει ρόλο και ότι σε αυτό ορισμένες μειοψηφίες εκλαμβάνονται ως «εχθροί» ή στόχος επιθέσεων. Στην Ουγγαρία, αν και το θεωρώ ως χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα ολόκληρης της Ανατολικής Ευρώπης, οι προειδοποιήσεις κατά των τσιγγάνων έχουν πολύ πιο επικίνδυνο χαρακτήρα, απ’ ότι, για παράδειγμα, οι προειδοποιήσεις κατά των εβραίων. Η αντισημιτισμός παρουσιάζει τάσεις αύξησης σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών είναι και η Ουγγαρία. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι ο αντισημιτισμός γεννάει οπωσδήποτε πράξεις βίας. Αναφορικά με την εχθρική αντιμετώπιση των τσιγγάνων, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι συμβαίνει πολύ πιο συχνά. Εκτός από αυτό, η κοινωνική θέση των τσιγγάνων δεν είναι τέτοια που θα τους επέτρεπε να αμυνθούν απέναντι τις εχθρικές προς αυτούς πράξεις βίας.

Πώς αποτιμάτε τη σημασία της δίκης;

Η απόφαση είναι πολύ σημαντική γιατί στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα προς το εξωτερικό περιβάλλον ότι οι ουγγρικές αρχές είναι αποφασισμένες να τιμωρούν αυστηρά παρόμοια εγκλήματα. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ότι κατά την εκτίμησή μας το κόμμα «Για μια καλύτερη Ουγγαρία» έχασε τον έλεγχο πάνω στις μαχητικές και ρέπουσες προς τη βία ομάδες. Η πολιτική σημασία των ομάδων αυτών απομειώνεται, τα μέλη τους όμως, που είναι αρκετές χιλιάδες, είναι ικανά και στο μέλλον να ασκήσουν βία.

Στη Γερμανία, έχει ξεκινήσει από τον Μάιο μια σημαντική δίκη των ακροδεξιών τρομοκρατών από το NSU (την Εθνικο-σοσιαλιστική παράνομη οργάνωση). Διακρίνετε ομοιότητες ανάμεσα στις δολοφονίες και τις δίκες στη Γερμανία και την Ουγγαρία;

Νομίζω πως η σύγκριση είναι σωστή. Βίαιες, κινούμενες από εθνοτικά κίνητρα πράξεις τρομοκράτησης που πραγματοποιούνται από ακροδεξιές ομάδες, αποτελούν σήμερα μεγάλο πρόβλημα όχι μόνο στην Ανατολική, αλλά και στη Δυτική Ευρώπη. Είναι ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Από τη μία πλευρά, η κοινή γνώμη θα πρέπει να αντιληφθεί ότι οι αρχές και οι πολιτικοί θεωρούν παρόμοιες πράξεις ως καταδικαστέες. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης σημαντικό, ότι εδώ έχουμε μια εμφανή ομοιότητα μεταξύ των περιστατικών στη Γερμανία και την Ουγγαρία και έτσι οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την καταδίωξη και την πρόληψη της εγκληματικότητας να βγάλουν τα ανάλογα συμπεράσματα. Στην Ουγγαρία, όπως και στη Γερμανία, η υπόθεση ήταν τέτοια που η Υπηρεσία για την προστασία του Συντάγματος έκανε σοβαρά λάθη, στο βαθμό που πολλοί από τους εγκληματίες είχαν απασχολήσει και πριν τις αρχές. Αυτό σημαίνει ότι αν υπάρχει πιο αποτελεσματική ροή πληροφοριών θα μπορούσαν να αποτρέψουν αυτά τα εγκλήματα. Γι’ αυτό είναι σημαντική η αυτοκριτική, οι ουγγρικές αρχές θα πρέπει να αναλύσουν τα λάθη που έγιναν και αντίστοιχα να αλλάξουν τις μεθόδους εργασίας τους. Εκείνο που προς το παρόν είναι ανεπαρκές στην Ουγγαρία είναι ο πολιτικός αναστοχασμός αυτού του περιστατικού, δηλαδή η συνειδητοποίηση ότι δεν είχαμε απλώς παραλείψεις από την πλευρά των αρχών, αλλά και ότι γίνεται λόγος για ένα κοινωνικό πρόβλημα. Η εχθρότητα απέναντι στους τσιγγάνους στην Ουγγαρία είναι ευρέως διαδεδομένη. Αυτό δε σημαίνει ότι όλοι όσοι περιφρονούν τους τσιγγάνους πραγματοποιούν πράξεις βίας, αλλά είναι ένα πρόβλημα που απαιτεί προσοχή και οι πολιτικοί θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να αποδυναμωθεί αυτή η προκατάληψη και όχι για να ενισχύεται.

 

* Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.