Η πόλη Τιουμέν συχνά αποκαλείται ως η πρωτεύουσα πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ρωσίας. Πάνω από 600 είναι τα μεγάλα κοιτάσματα υδατανθράκων στην περιοχή του Τιουμέν. Τεράστια αξία για τους ιστορικούς έχουν τα αποτελέσματα των ανασκαφών που πραγματοποιούν οι αρχαιολόγοι. Όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή αυτή είναι σπάνια. Και το πολύτιμο εύρημα που πρόσφατα ανακάλυψε μια ομάδα αρχαιολόγων με επικεφαλής τον Αλεξέι Γκορντιένκο, δεν έχει ξαναεμφανιστεί.

Φωτογκαλερί

Για πρώτη φορά όχι μόνο στην περιοχή του Τιουμέν, αλλά και σε όλη τη Δυτική Σιβηρία βρέθηκαν νομίσματα του 10-11 αιώνων με αραβικές επιγραφές πάνω τους. Το ότι οι κάτοικοι της Σιβηρίας έκαναν εμπόριο με τη Μέση Ανατολή, οι ιστορικοί μέχρι τελευταία ούτε καν το φαντάζονταν, είπε στη «Φωνή της Ρωσίας» ο Αλεξέι Γορντιένκο:

Πραγματοποιούσαμε ανασκαφές σε ένα αρχαίο οχύρωμα, και μέσα σε τάφρο ανακαλύψαμε αυτό το θησαυρό. Βρέθηκε σε βάθος 50 εκατοστών. Ο θησαυρός αποτελούταν από ένα χάλκινο καζάνι, κατασκευασμένο στο έδαφος της αρχαίας Ρωσίας. Η διάμετρός του είναι 30 εκατοστά, το βάρος – 2 κιλά. Μέσα του υπήρχαν ασημένια κοσμήματα, παραδοσιακά για όλους τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης. Σε μας έφτασαν με τις εισαγωγές. Και το πιο ενδιαφέρον: μέσα στο καζάνι υπήρχαν 4 ντιρχάμ. Δεν ήταν ολόκληρα νομίσματα, αλλά κομμάτια αυτών. Τα χρησιμοποιούσαν για ρέστα. Που ακριβώς είχαν κοπεί τα νομίσματα μέχρι στιγμής δεν μπορώ να πω, όμως μπορώ προκαταρτικά να τα χρονολογήσω να ανήκουν στους 10-11 αιώνες.

Το ντιρχάμ (παραλλαγμένη ονομασία της ελληνικής δραχμής), είναι ένα λεπτό αργυρό νόμισμα με διάμετρο 2-2,5 εκατοστών. Τα νομίσματα αυτά τα έκοβαν σε διάφορες περιοχές της Μέσης Ανατολής χρησιμοποιώντας ένα παρόμοιο σύστημα. Και οι δύο πλευρές του νομίσματος καλύπτονταν με επιγραφές, οι οποίες περιείχαν ευσεβείς ρητά στην αραβική γλώσσα, το όνομα του ηγεμόνα, τον τόπο και το έτος της κοπής βάσει της χρονολογίας της Εγίρας.

Τα νομίσματα των διαφόρων δυναστειών των χαλίφηδων – των Ομαγιαδών, των Αββασιδών, των Ταχιριδών, τα οποία κόβονταν επί αιώνες στη Βαγδάτη και τη Σαμαρκάνδη, στην Κούφα και στο Ισφαχάν, ανακαλύπτονται τακτικά στο έδαφος της ευρωπαϊκής Ρωσίας. Για παράδειγμα, δεκαπέντε θησαυροί με ντιρχάμ είχαν βρεθεί σε διάφορες εποχές στη Μόσχα και στην περιοχή των προαστίων της Μόσχας, όλοι τους βρέθηκαν στον ποταμό Οκά, στις παλαιές υδάτινες οδούς.

Όμως τα ευρήματα της Σιβηρίας, σε απόσταση μεγαλύτερη των δύο χιλιάδων χιλιομέτρων από τη Μόσχα, αυτά τα τέσσερα μέρη του αραβικού νομίσματος, έχουν ιδιαίτερη αξία για την επιστήμη.

Γενικώς παλαιά νομίσματα (στη Δυτική Σιβηρία,) μέχρι τώρα είχαν βρεθεί μόνο μια φορά και άνηκαν σε μεταγενέστερες εποχές, στους 14-16 αιώνες. Και άλλα νομίσματα δεν είχαν βρεθεί εκεί, λέει ο Αλεξέι Γκορντιένκο. Και τα ντιρχάμ δεν υπάρχουν καθόλου στη Δυτική Σιβηρία. Ο θησαυρός που βρέθηκε από εμάς, θα ήταν μάλλον το ταμείο κάποιας φυλής. Αποφάσισαν να το κρύψουν όταν, όπως υποθέτουμε, δεχθήκαν επίθεση από εχθρούς. Το εύρημά μας διευρύνει τις επιστημονικές γνώσεις σχετικά με την εποχή του Μεσαίωνα της Δυτικής Σιβηρίας.

Οι ανασκαφές στην περιοχή όπου βρέθηκε ο θησαυρός, πραγματοποιούνται από τα τέλη του 19 αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχαν βρεθεί πολλά όπλα και θρησκευτικά αντικείμενα, ασημένια κοσμήματα, τα οποία έφταναν σε αυτές τις περιοχές από τη Κεντρική Ασία ως αντάλλαγμα για τις γούνες. Όμως τα ευρήματα άνηκαν σε μεταγενέστερες περιόδους.

Ο θησαυρός που χρονολογείται στα χίλια χρόνια, ενθουσίασε τον αρχαιολόγο Αλεξέι Γκορντιένκο: αυτό, μάλλον, συμβαίνει μια φορά στη ζωή, λέει ο ίδιος.

Μετά από την επιστημονική ανάλυση και εμπειρογνωμοσύνη, τα ευρήματα θα παραχωρηθούν σε κρατικό μουσείο. Όμως πριν συμβεί αυτό θα υπάρξει ένα άρθρο στο περιοδικό «Η αρχαιολογία και ανθρωπολογία της Ευρασίας».

 

* Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του/της αρθρογράφου.