Συγκεκριμένα, η συμφωνία που υπογράφτηκε στις 27 Ιουλίου 1953, δημιούργησε εκείνη τη Κορεατική χερσόνησο, η οποία υπάρχει σήμερα στον πολιτικό χάρτη του κόσμου. Πολλά από τα προβλήματα και τις αντιθέσεις της σύγχρονης Κορέας, έχουν τις ρίζες τους ειδικά στην εποχή του Κορεατικού πολέμου.

Στην Κορέα ο πόλεμος μεταξύ Βορρά και Νότου τελείωσε, ουσιαστικά με ισοπαλία, αλλά στοίχισε στον κορεατικό λαό μεγάλες θυσίες. Και στα δύο κορεατικά κράτη υπάρχουν χαρακτηριστικά, τα οποία ανάγονται στις εποχές του πολέμου στην Κορέα. Μπορούμε να θυμίσουμε, για παράδειγμα, ότι κατά τη διάρκεια αρκετών δεκαετιών η Νότια Κορέα παράμενε μια χώρα με στρατιωτική δικτατορία. Ουσιαστικά, ήταν η μοναδική χώρα με στρατιωτική δικτατορία στην Ανατολική Ασία. Ένα άλλο περίπλοκο κατάλοιπο του πολέμου είναι ο Νόμος περί εθνικής ασφαλείας. Αν δεν υπήρχε το αίμα που χύθηκε στα χρόνια του πολέμου, οι νοτιοκορεάτες συντηρητικοί θα αντιμετώπιζαν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη αυτού του αντιδημοκρατικού νόμου.

Άλλωστε, ακόμη μεγαλύτερη επίδραση άσκησε ο πόλεμος στη Βόρεια Κορέα. Ειδικά στα χρόνια του πολέμου σχηματίστηκε η βορειοκορεατική κυβερνώσα ελίτ. Με το τέλος του πολέμου και μέχρι τη δεκαετία του ’90 ουσιαστικά όλες οι ανώτατες και μεσαίες καθοδηγητικές θέσεις στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας, τις κατείχαν πρώην στρατηγοί και αξιωματικοί του Κορεατικού πολέμου. Η κοσμοθεωρία τους εν πολλοίς είχε διαμορφώσει την επίσημη βορειοκορεατική ιδεολογία και πολιτική.

Οι ηγέτες – βετεράνοι της Βόρειας Κορέας έβγαλαν σειρά συμπερασμάτων από τον Κορεατικό πόλεμο. Δυστυχώς, η πλειοψηφία αυτών των μαθημάτων αποδείχτηκαν ελάχιστα εφαρμόσιμα στην ειρηνική ζωή, ωστόσο, χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσουν αυτή την κατάσταση.

Το πρώτο μάθημα του Κορεατικού πολέμου ήταν η δουλοπρεπής σχέση απέναντι στο στρατό και τη στρατιωτική ισχύ, που είναι τόσο χαρακτηριστική για τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας. Η συντήρηση ισχυρού στρατού ήταν πλέον αυτοσκοπός. Κατά τη διάρκεια δεκαετιών οι βορειοκορεάτες ηγέτες θεωρούσαν πως βασική τους αποστολή είναι η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της χώρας και όχι των οικονομικών της δυνατοτήτων.

Δεύτερο, ειδικά στα χρόνια του πολέμου της Κορέας, στους κόλπους της βορειοκορεατικής πολιτικής ελίτ διαμορφώθηκε η άποψη ότι οι πλέον σύνθετοι πολιτικοί στόχοι μπορούν να λυθούν μόνο με την χρήση στρατιωτικής δύναμης. Εξ ου και η δυσπιστία στη διπλωματία, η πρόσληψη των διεθνών επαφών ως «παιχνίδι μηδενικού αποτελέσματος», στο οποίο η μία πλευρά μοιραία θα χάσει, ενώ η άλλη θα κερδίσει.

Τρίτο συμπέρασμα, το οποίο στην Πιονγιάνγκ κατέληξαν από την εμπειρία του πολέμου, ήταν η πεποίθηση ότι τα πιο σύνθετα προβλήματα οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης μπορούν να λυθούν με τη μέθοδο της επιστράτευσης. Οι πρώην συνταγματάρχες του μετώπου και οι στρατηγοί, οι οποίοι μετά το 1953 έγιναν διευθυντές εργοστασίων και σιδηροδρόμων, συνέχιζαν να διοικούν αυτές τις επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους που διδάχτηκαν στο μέτωπο και οι οποίες απέδιδαν ικανοποιητικά στις στρατιωτικές μονάδες. Έτσι εξηγείται και ο έντονος διοικητικός χαρακτήρας της επιστρατευμένης οικονομίας της Βόρειας Κορέας.

Συνεπώς η κληρονομία του πολέμου δεν είναι μόνο οι καταστροφές και οι θάνατοι, αλλά και οι αλλαγές στη συνείδηση και την κοσμοθεώρηση. Άλλωστε, είναι πολύ πιθανό, ότι η κληρονομία του πολέμου στην Κορέα έχει αρχίσει να ανήκει στο παρελθόν. Σήμερα στην εξουσία και στα δύο κράτη της Κορέας βρίσκονται τα παιδιά εκείνων που πολέμησαν, και ετοιμάζονται να τους αντικαταστήσουν οι εγγονοί τους.

Παρόλα αυτά, το κυριότερο πρόβλημα που δημιούργησε ο κορεατικός πόλεμος, δεν έχει μέχρι σήμερα επιλυθεί – και είναι το πρόβλημα του διχασμού της χώρας. Δεν αποκλείεται ότι η Κορέα θα υποχρεωθεί να ζήσει με το πρόβλημα αυτό για πολλά χρόνια ακόμη.

 

Η άποψη της Σύνταξης μπορεί να μη συμπίπτει με την άποψη του αρθρογράφου.