Ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο το καλοκαίρι του 1995. Τότε περιφέρονταν ανάμεσα στο Σαράγιεβο, το Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι, προσπαθώντας να πείσει τον Αλία Ιζεγμπέκοβιτς, το Φράνκο Τούτσμαν και τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς να σταματήσουν τον πόλεμο στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη.

Σε ένα από αυτά τα ταξίδια στο Σαράγιεβο τον Αύγουστο του 1995 ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ έμεινε ως εκ θαύματος ζωντανός. Εκείνες τις ημέρες στη βοσνιακή πρωτεύουσα μπορούσε να βρεθεί κανείς μόνο σε τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού των Γάλλων «γαλάζιων μπερέδων». Στο βουνό Ιγκμάν το τεθωρακισμένο όχημα με την αμερικανική αντιπροσωπεία έπεσε σε νάρκη. Σκοτώθηκαν ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ στην Ομάδα Επαφής Ρόμπερτ Φρέιζερ, ο συνεργάτης του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας Νέλσον Ντριου και ο αναπληρωτής του βοηθού του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Τζόζεφ Κρουζέλ. Ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ ούτε καν τραυματίστηκε.

Λίγο μετά από αυτό το περιστατικό αεροσκάφη του ΝΑΤΟ άρχισαν να βομβαρδίζουν τη Σερβική Δημοκρατία. Τυπική αφορμή για την επιχείρηση αυτή ήταν η έκρηξη στην αγορά του Σαράγιεβο στις 28 Αυγούστου 1995. Δεν έγινε δυνατό να βρεθούν οι ένοχοι της τραγωδίας, αλλά το ΝΑΤΟ αμέσως επέρριψε τις ευθύνες στους Σέρβους. Στις 30 Αυγούστου η αεροπορία των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Τουρκίας, της Ολλανδίας και της Ισπανίας, άρχισαν να σφυροκοπούν τις θέσεις των Σερβοβόσνιων. Μέσα σε δύο εβδομάδες είχαν ρίξει περίπου 1000 βόμβες, 13 φτερωτούς πυραύλους θαλάσσης – εδάφους Τόμαχοκ. Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου, όταν οι Σέρβοι συμφώνησαν στο τελεσίγραφο του ΝΑΤΟ.

Στη Δημοκρατία της Σερβίας είχαν καταστραφεί όλα τα ραντάρ, οι αποθήκες όπλων και πολεμοφοδίων, οι σταθμοί διοικήσεως, η αεράμυνα, γέφυρες, καταστράφηκε μεγάλος αριθμός τηλεπικοινωνιακών κέντρων και αναμεταδοτών, υποσταθμοί μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, αποθήκες νερού και πολλά άλλα στοιχεία των υποδομών.

Την 1η Νοεμβρίου 1995 ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ κλείδωσε τον Ιζεγκμπέκοβιτς, τον Τούτσμαν και τον Μιλόσεβιτς στην βάση της πολεμικής αεροπορίας Ράιτ – Πέτερσον (στο Ντέιτον της πολιτείας του Οχάιο) για τρεις εβδομάδες. Μετά από βασανιστικές διαπραγματεύσεις οι τρεις ηγέτες συμφώνησαν με τις αμερικανικές προτάσεις και την 21η Νοεμβρίου υπογράφτηκε η συμφωνία του Ντέιτον. Ο τριετής πόλεμος στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη τελείωσε. Μετά το Ντέιτον ο «Μπουλντόζας» Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη.

Η επιτυχία της «υπόθεσης Βοσνία» δεν άφησε σε ηρεμία τον Μπιλ Κλίντον. Και στα τέλη του 1997 ανέθεσε στον Χόλμπρουκ να ξεκινήσει την «Εκστρατεία Κοσσυφοπέδιο». Με την υποστήριξη των ΗΠΑ στο Νότο της Σερβίας άρχισαν να δραστηριοποιούνται οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου. Δημιούργησαν δικό τους στρατό και διεξήγαγαν πόλεμο κατά του Λαϊκού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας. Αρχικά η Ουάσιγκτον πόνταρε τον αείμνηστο αντιφρονούντα Ιμπραήμ Ρουγκόβα, αλλά αυτός δεν είχε καμιά υποστήριξη από την πλευρά των ανταρτών. Στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Χασίμ Τάτσι.

Στις διαπραγματεύσεις στο γαλλικό προάστιο Ραμπουί το Φεβρουάριο του 1999 ο Χόλπουργκ έθεσε ενώπιον τους ένα στόχο: να διαλύσει τη διαδικασία διαπραγματεύσεων με τον Μιλόσοβιτς και να αρχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά της Σερβίας και του Μαυροβούνιου. Η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες ήταν έτοιμες για τον πόλεμο αυτό. Έπρεπε να πειστεί η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ότι για την «κρίση του Κοσσυφοπεδίου» πρέπει να τιμωρηθούν οι Σέρβοι. Δεν λυπήθηκαν τα μέσα που χρησιμοποίησαν.

Βοήθηκαν τους Κοσσοβάρους και οι Αμερικοαλβανοί. Ζουν περίπου 400000 στις ΗΠΑ. Στις 24 Μαρτίου 1999 ο Κλίντον και ο Σολάνα αποφασίζουν να αρχίσουν την πολεμική επιχείρηση εναντίον της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Κατέστρεφαν το ανεξάρτητο κράτος από τον αέρα για 78 ημέρες και νύχτες. Το καλοκαίρι του 1999 το ΝΑΤΟ εισέβαλε στο Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια. Στις 17 Φεβρουαρίου του 2008 στην Πρίστινα ανακήρυξαν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου.

Ο Τύπος στο Βελιγράδι έγραψε στη συνέχεια, ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τις Χίλαρι Κλίντον ο Χόλμπρουκ εθεάθη ανάμεσα σε πάμπλουτους Αλβανούς στη Νέα Υόρκη και συγκεκριμένα στην παρέα του γνωστού μεγιστάνα του χρηματιστηρίου Ρίτσαρντ Λουάια. Είναι ένας Αλβανός επιχειρηματίας, γνωστός ως πρόεδρος του Αλβανο-Αμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου, το οποίο προμήθευε με όπλα τον «Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου».