Τίθεται το ερώτημα: πως εργάζονται οι βορειοκορεάτες ιδιώτες επιχειρηματίες σε συνθήκες πλήρους απουσίας νομικού πλαισίου για τη δραστηριότητά τους;

Η ερμηνεία αυτού του φαινομένου έγκειται στο ότι στη σύγχρονη Κορέα η μεθόριος ανάμεσα στην ιδιωτική και κρατική επιχειρηματικότητα, τα τελευταία χρόνια είναι πολύ θολή. Πάρα πολλές επιχειρήσεις, οι οποίες στα χαρτιά θεωρούνται κρατικές, στην πραγματικότητα ανήκουν σε ιδιώτες.

Ιδιαίτερα αυτό είναι χαρακτηριστικά για τους βορειοκορεατικές επιχειρήσεις εξωτερικού εμπορίου. Η Βόρεια Κορέα από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισε να αγνοεί την αρχή του κρατικού μονοπωλίου στο εξωτερικό εμπόριο. Οι βορειοκορεατικοί κρατικοί οργανισμοί, μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και στρατιωτικές μονάδες απέκτησαν το δικαίωμα να δημιουργήσουν τις δικές τους οργανώσεις εξωτερικού εμπορίου.

Συνήθως μια βορειοκορεατική εταιρεία εξωτερικού εμπορίου αποκτά άδεια για την εξαγωγή κάποιων συγκεκριμένων προϊόντων, τα οποία παράγονται σε συγκεκριμένη περιοχή. Για παράδειγμα, η εταιρεία μπορεί να αποκτήσει προνομιακό δικαίωμα για εξαγωγή μανιταριών, τα οποία καλλιεργούνται σε μερικές περιοχές της μίας ή της άλλης επαρχίας, ή άδεια για εξαγωγή άνθρακα.

Ωστόσο έχουν περάσει πια οι εποχές, όπου οι αρχές μπορούσαν να διατάξουν στους ντόπιους χωρικούς να πάνε στα βουνά να μαζέψουν μανιτάρια ή να στείλουν για ψάρεμα ψαροκάικα για ψάρεμα καλαμαριών ή μαύρο μπακαλιάρο για εξαγωγή. Στην εποχή μας για να αποκτήσει κανείς εξαγώγιμο προϊόν θα πρέπει να καταβάλει γι’ αυτό την αποδεκτή τιμή. Αυτό ειδικά είναι που μετατρέπει τους οργανισμούς εξωτερικού εμπορίου σε αιχμή του δόρατος, για τα τόσο αναγκαία, για τον προϋπολογισμό, χρήματα. Από την άλλη πλευρά, αυτό γίνεται βολική χαραμάδα για το βορειοκορεατικό κεφάλαιο.

Συνήθως, οι εκπρόσωποι της εταιρείας, η οποία έχει δικαίωμα για εξαγωγές, συμφωνούν με τον τοπικό επιχειρηματία, ο οποίος έχει φτιάξει περιουσία στη σκιώδη οικονομία. Ο επιχειρηματίας αυτός γίνεται ο βασικός επενδυτής της εταιρείας εξαγωγικού εμπορίου, αν και τυπικά θεωρείται απλά ως ένας από τους συνεργάτες της.

Με τα χρήματα του επενδυτή πραγματοποιείται η αγορά προϊόντων. Ο επενδυτής μπορεί επίσης να συμφωνήσει για την πώληση του εξαγώγιμου προϊόντος στην Κίνα. Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, ο επενδυτής προσφέρει στον προϋπολογισμό του κράτους ένα εκ των προτέρων συμφωνηθέν ποσό, και όλα όσα κατάφερε να κερδίσει πέραν του ποσού αυτού, τα ενθυλακώνει.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί κάποιος να δημιουργήσει μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα ανθρακωρυχεία ή χρυσορυχεία. Τυπικά το ένα ή το άλλο ορυχεία θεωρούνται κρατική βορειοκορεατική εξαγωγική εταιρεία, ωστόσο στην πραγματικοτητα είναι μια ιδιωτική επιχείρηση ενός ντόπιου πλούσιου. Ο ιδιώτης επενδυτής προσλαμβάνει εργάτες, αγοράζει εξοπλισμό, οργανώνει την παραγωγή και τη διάθεσή της. Ο χρυσός ή ο άνθρακας που εξορύσσονται εξάγονται, μόνο ένα μέρος της αξίας τους όμως πηγαίνει στον κρατικό προϋπολογισμό, ένα άλλο μέρος του πηγαίνει ως δώρο στους αξιωματούχους, με τους οποίους συνεργάζεται ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας και το υπόλοιπο πηγαίνει στις τσέπες του.

Αυτό το εκπληκτικό σχήμα κρατικής – ιδιωτικής επιχειρηματικότητας είναι άκρως ασταθής, ωστόσο στις παρούσες συνθήκες είναι αποτελεσματικό.