«Στην αρχή δεν κατάλαβα καν τη συμβαίνει, και τώρα μόνο με τη σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι κοιμούνται στο κρεβάτι μου, νιώθω άσχημα», παραδέχθηκε η Γαλλίδα συνταξιούχος, η οποία μετά την εγχείρηση είχε μείνει μερικούς μήνες στο γιο της στο Χερβούργο. Για την κατάληψη του σπιτιού της την προειδοποίησαν οι προσεκτικοί γείτονές της. Μην πιστεύοντας στα αυτιά της, η Οντέτ επέστρεψε και μη μπορώντας να μπει στο σπίτι της, στο οποίο έζησε περισσότερα από 55 χρόνια, αναγκάστηκε να μείνει σε ξενοδοχείο.

Έτσι, η συνταξιούχα έπεσε θύμα του συλλόγου «Δικαίωμα για κατοικία» (DAL), μιας κοινωνικής οργάνωσης, η οποία αγωνίζεται για τα ίσα δικαιώματα στη στέγαση για όλους τους κατοίκους της Γαλλίας ανεξαρτήτως από την ύπαρξη της άδειας παραμονής, υπηκοότητας και εργασίας. Σε συνέντευξη στη «Φωνή της Ρωσίας» ο δικηγόρος του θύματος Πιερ Φριμπούρ σχολίασε αυτή την κατάσταση με τον ακόλουθο τρόπο:

Η κυρία Λαγκρενάντι χειρουργήθηκε το Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, και μετά αποφάσισε να περάσει μερικούς μήνες στο γιο της. Τον Ιούνιο οι γείτονές της την ειδοποίησαν, ότι στο σπίτι της έχουν εγκατασταθεί ξένοι άνθρωποι. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι γείτονες ήταν αυτοί που την ειδοποίησαν για την κατάληψη του σπιτιού της από τους ακτιβιστές της DAL και όχι οι δημοτικές Αρχές. Ο σύλλογος «Δικαίωμα για κατοικία», η αποστολή της οποίας είναι να ψάχνει στέγαση για τους ανθρώπους που έχουν βρεθεί στο δρόμο, θεώρησε ότι το σπίτι είναι εγκαταλειμμένο. Έσπασαν τις πόρτες, άλλαξαν τις κλειδαριές και έβαλαν στο σπίτι μερικές βουλγαρικές και αρμενικές οικογένειες. Η κυρία Λαγκρενάντι επέστρεψε στο Μπορντό και πράγματι βρήκε το σπίτι της κατειλημμένο. Συγκλονισμένη από το θράσος της DAL, μένει μέχρι και σήμερα στο ξενοδοχείο. Είναι εντελώς αφύσικο και παράνομο. Ακόμα και σε έναν εφιάλτη δεν μπορούσε να δει ότι επιστρέφοντας θα ανακάλυπτε το σπίτι της να έχει κατοικηθεί από ξένους ανθρώπους.

Η μη εξουσιοδοτημένη στέγαση σε ξένο σπίτι, το σκουότινγκ, διαδόθηκε στην Ευρώπη τη δεκαετία του 70 στον 20ο αιώνα. Όμως μόλις στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε στη Γαλλία. Οι σύγχρονοι σκουότερς δεν είναι αντικοινωνικά στοιχεία και δεν είναι η «χρυσή νεολαία» η οποία αναζητά δυνατές συγκινήσεις. Στην περίπτωση της DAL, για παράδειγμα, πρόκειται για ιδεολογικούς μαχητές κατά της κοινωνικής ανισότητας: καταλαμβάνοντας κενά κτίρια, απαιτούν από τις αρχές να τα «επιτάξουν» για να στεγάσουν τους άστεγους. Μερικές φορές, βέβαια, όπως παραδέχθηκε η ακτιβίστρια του DAL Μιριάμ, «συμβαίνουν υπερβολές»:

Όταν ανακαλύψαμε αυτό το σπίτι, οι πόρτες του ήταν ανοικτές και φαινόταν άκρως ερειπωμένο. Μπήκαμε μέσα, και εφόσον δεν ανακαλύψαμε ούτε προσωπικά πράγματα, ούτε ρούχα, ούτε φωτογραφίες, θεωρήσαμε ότι το σπίτι είναι εγκαταλειμμένο από τους ιδιοκτήτες του. Ο DAL δεν ασχολείται με την έξωση των ανθρώπων από τα σπίτια τους. Ανησυχούμε περισσότερο για τη στέγαση των ανθρώπων που για κάποιους λόγους βρέθηκαν στο δρόμο. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα αυτό με άλλο τρόπο, διότι ο σύλλογος δεν έχει δικές τους κατοικίες. Δεν νιώθουμε ένοχοι στην περίπτωση αυτή, διότι είναι η υπαιτιότητα των δημοτικών Αρχών και του δημαρχείου, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να βρουν στέγαση για τις οικογένειες αυτές. Και εάν αύριο βρεθούν στο δρόμο, αυτό θα συμβεί λόγω της ανικανότητας των γαλλικών Αρχών, οι οποίες βάσει του νόμου υποχρεούνται να παράσχουν στέγαση σε όλους τους κατοίκους της Γαλλίας, όμως δεν μπορούν να το κάνουν.

Επειδή στη Γαλλία σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής έρχονται περίπου 200000 άνθρωποι ετησίως, πολλοί από αυτούς παραμένουν στη χώρα χωρίς χαρτιά και στέγαση, και δεν αποκλείεται ότι σύντομα και οι Γάλλοι θα πρέπει να συσπειρωθούν και να περιορίσουν τις κατοικίες τους.