Η Νιάντομα είναι μια μικρή πόλη με 20 χιλιάδες κατοίκους. Εάν βρισκόταν πιο κοντά σε μια μεγάλη αστική περιοχή, ένας οδηγός θα την προσπερνούσε χωρίς να κόψει καν την ταχύτητα. Όμως στο Βορρά της Ρωσίας, όπου η πυκνότητα του πληθυσμού είναι πολύ μικρή, όλα είναι διαφορετικά. Είμαι κι εγώ οδηγός και κατευθύνομαι οδηγώντας ένα απλό ΙΧ αυτοκίνητο από τη Βαρσοβία προς το Αρχάνγκελσκ. Συμμετέχω στο πρόγραμμα της διαδικτυακής σύνταξης της «Φωνής της Ρωσίας» - «Η Ρωσία με τα μάτια ενός Πολωνού δημοσιογράφου».

Όλοι στον κόσμο γνωρίζουν τον αμερικανικό μύθο για την Άγρια Δύση και τι αντίκτυπο είχε για την επικοινωνία της με τον έξω κόσμο ο σιδηρόδρομος. Στη Ρωσία ισχύουν τα ίδια πράγματα. Ο σιδηρόδρομος σύνδεσε το ευρωπαϊκό μέρος της ηπείρου με τη μακρινή Σιβηρία. Ο πιο γνωστός είναι ο Υπερσιβηρικός σιδηρόδρομος, για τον οποίο είχαν ακούσει όλοι, όσοι ενδιαφέρονται για τη Ρωσία. Όμως υπάρχει ακόμα και ο Βόρειος σιδηρόδρομος, δίχως τον οποίο δεν θα υπήρχε η Νιάντομα.

Στην πραγματικότητα κανένας δεν γνωρίζει από πού προήλθε το όνομα της μικρής πόλης. Η πρώτη εκδοχή λέει ότι προέρχεται από το όνομα του θρυλικού πρίγκιπα Νιάνα, του οποίου άρεσε το κυνήγι στην περιοχή αυτή πριν από πολλούς αιώνες. Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο απλή: η πόλη πήρε την ονομασία της από το τοπικό ποτάμι Νιάντομα. Είναι γνωστό όμως ότι η λέξη «νιάντομα» στην παλαιά φινλανδική γλώσσα σήμαινε «πλούσια χώρα». Και η περιοχή της Νιάντομα έχει πολύ πλούσια φύση. Η τάιγκα προσφέρει απερίγραπτες ποσότητες ξυλείας, θηράματος, μανιταριών, καρπών και ψαριού. Στην περιοχή της πόλης υπάρχουν πάνω από 500 λίμνες, από τις οποίες έχουν εξερευνηθεί μόνο οι 365.

Η παλαιά Νιάντομα δεν θα υπήρχε χωρίς το Βόρειο σιδηρόδρομο. Και ο σιδηρόδρομος δεν θα υπήρχε χωρίς τη Σιδηροδρομική Εταιρεία του Γιαροσλάβλ-Μόσχας. Η τελευταία με τη σειρά της δεν θα υπήρχε χωρίς την οικογένεια των Μάμοντοφ: του πατέρα Ιβάν και του γιου του Σάββα (1841-1918). Χάρη σε αυτούς η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη απέκτησαν την καλύτερη συγκοινωνία με το μακρινό Αρχάνγκελσκ. Το 1894 ξεκίνησε η κατασκευή του σιδηροδρόμου στενού εύρους γραμμών Βόλογκντα-Αρχάνγκελσκ (περίπου 750 χλμ). Κατασκευάστηκε μετά από 4 χρόνια. Το 1905 στο Νιάντομ κατοικούσαν σχεδόν 1500 άτομα. Το 1915-1916 ο σιδηρόδρομος στενού εύρους ανακατασκευάστηκε σε σιδηρόδρομο φαρδιού εύρους γραμμών.

Ο Σάββας Μαμόντοφ δεν ήταν μόνο ένας περιζήτητος επιχειρηματίας αλλά και ένας έξυπνος άνθρωπος. Ήξερε ότι κατασκευάζοντας σιδηροδρόμους, φέρνει τον πολιτισμό στα εδάφη που θα διασχίζουν. Ένα από τα κύρια σημεία της διαδρομής ήταν η Νιάντομα, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Από την αρχή ήθελε να εμφανιστεί εκεί μια όμορφη, σύγχρονη και άνετη για τους ανθρώπους πόλη. Και τελικά η πόλη εμφανίστηκε. Ξεκίνησε από έναν σιδηροδρομικό σταθμό και μια εκκλησία. Στη συνέχεια έφτασε η σειρά για την κατασκευή των σπιτιών. Τα κατασκεύαζαν από τα φθηνότερα υλικά που υπήρχαν άφθονα, δηλαδή από ξύλο. Αλλά πως τα χτίζανε!

Στην αρχή εμφανίστηκαν πολυκατοικίες, οι οποίες δεν έμοιαζαν καθόλου με τα σπίτια που υπήρχαν σε άλλες σιδηροδρομικές κατευθύνσεις. Η καθεμία από αυτές είχε σοβαρά θεμέλια από γρανίτη και μια υπέροχη αρχιτεκτονική. Τα διαμερίσματα ήταν και παραμένουν ευρύχωρα, με ψηλά ταβάνια, πολύ φωτεινά χάρη στα μεγάλα ταβάνια, με αποχέτευση και μπάνια. Η κάθε οικογένεια είχε ξεχωριστή είσοδο στο διαμέρισμά της, ενώ τα σπίτια ήταν περιτριγυρισμένα με φράκτες. Κοντά στο κάθε σπίτι υπήρχαν υπόγειοι χώροι από μπετόν, τα οποία μέχρι και σήμερα εξυπηρετούν τους κατοίκους ως αποθήκες.

Όλα αυτά είναι ενσωματωμένα με τέχνη στη φύση χάρη στον προσεκτικό σχεδιασμό. Για παράδειγμα, εάν κάπου εμφανιζόταν λάκκος από τις λάσπες που είχαν μαζέψει από εκεί, το μετέτρεπαν σε μια γραφική λίμνη. Για να μην αποξεραθεί, και το νερό να μην λιμνάσει, τις συνδέανε με φυσικές λίμνες. Μια από αυτές βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της κωμόπολης και η ιδέα ήταν ότι το χειμώνα μετατρεπόταν σε παγοδρόμιο για παιδιά (τα οποία κάποτε θα εμφανίζονταν και αυτά).

Κανένας δεν ξέρει την ιστορία της Νιάντομα τόσο καλά και δεν την αγαπά τόσο πολύ, όσο η Ελένα Κουζνετσόβα, διευθύντρια του τοπικού μουσείου. Κανείς δεν γνωρίζει τόσα για τη σύγχρονη Νιάντομα, όσα ξέρει η Άνια Γκουσέλνικοβα, δημοσιογράφος της τοπικής εβδομαδιαίας εφημερίδας «Αβανγκάρντ». Φαίνεται ότι είναι πολύ στενές φίλες. Και οι δυο τους κάνουν όνειρα. Η Ελένα – να αγγίξει το παρελθόν και μετά από 6 χρόνια δουλειάς σε μικρό σπιτάκι, που είναι το κύριο κτίριο του μουσείου, να αποκτίσει τουλάχιστον ένα ακόμη. Η Άνια – για να μπορούν όχι μόνο να αγαπούν την Νιάντομα, άλλα και να νιώθουν περήφανοι γι’ αυτήν.

Η πόλη βρίσκεται σε βαθιά κρίση και πεθαίνει σταδιακά. Κανένας δεν θέλει να το παραδεχτεί, όμως όλοι το βλέπουν. Εάν δεν υπήρχε ο ενθουσιασμός και η αφοσίωση των ξεναγών μας, αμφιβάλω ότι θα κατάφερνα να δω εκεί την ομορφιά του παρελθόντος.