Τον Μάρτιο οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας Guardian βασιζόμενοι σε υλικά του Μένινγκ (Iraq War Logs) μίλησαν για το πώς με χρήματα του στρατού των ΗΠΑ οι δικοί του εκπαιδευτές εκπαίδευσαν τις ειδικές μονάδες της ιρακινής αστυνομίας. Οι δημοσιογράφοι τις αποκαλούν «τάγματα θανάτου».

Για πρώτη φορά ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του 1930 αναφορικά με τις ομάδες τις «σιδηράς φρουράς» (Garda de Fier) της Ρουμανίας – τρομοκρατούσαν και σκότωναν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Μεγάλη δημοσιότητα απέκτησαν τα «τάγματα θανάτου» στις δεκαετίες 1970 και 1980, όταν παρόμοιοι σχηματισμοί δημιουργήθηκαν σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στις ΗΠΑ την εποχή εκείνη έγινε γνωστό ότι στο Σαλβαδόρ και την Ουνδούρα παρόμοια τάγματα δημιουργήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν από αμερικανούς στρατιωτικούς συμβούλους και τη CIA. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσει μεγάλο σκάνδαλο και να μειωθεί η βοήθεια των ΗΠΑ προς αυτές τις χώρες.

Τα «τάγματα» όμως συνέχιζαν τη δράση τους. Όταν στο Ιράκ οι ένοπλες συγκρούσεις των θρησκευτικών κοινοτήτων το 2006 άρχισαν να απειλούν με εμφύλιο πόλεμο, με τη βοήθεια αμερικανών συμβούλων με «εμπειρία από το Σαλβαντόρ» δημιουργήθηκαν ειδικές μονάδες στο στρατό και την αστυνομία για να επιβάλουν τη τάξη στη χώρα. Οι μέθοδοι τους δε διέφεραν σε τίποτα από εκείνες τους Σαλβαντόρ. Το αποτέλεσμα; Στη χώρα κάθε μήνα άρχισαν να ανακαλύπτουν μέχρι 3000 πτώματα. Ξεκίνησαν μαζικές διαμαρτυρίες, έρευνες και διάλυση των «ταγμάτων». Οι ειδικοί λένε: απάνθρωπα βασανιστήρια, μυστικές δολοφονίες και μαζική τρομοκρατία του πληθυσμού από αυτές τις ειδικές μονάδες απλά επιτάχυναν την ανάφλεξη στη χώρα ενός γενικευμένου εμφυλίου πολέμου.

Αφγανιστάν. Εδώ, έχοντας παρόμοια προβλήματα με την ασφάλεια οι αμερικανοί επέμεναν στη δημιουργία αστυνομικών μονάδων από ντόπιους. Η ιδέα δεν είναι νέα: στην ιστορία της χώρας οι μονάδες αυτές είναι γνωστές ως «στρατοχωροφυλακή». Είχε επιτυχίες, μα περισσότερο είναι γνωστή για τις κλοπές, τους εκβιασμούς και τη βία επί των συμπατριωτών τους. Τώρα όμως έχει μια νέα ονομασία «τοπική αστυνομία» ( Afghan Local Police, ALP). Τα στελέχη της (περίπου 19500 άτομα) τα εκπαιδεύουν σύμβουλοι των ειδικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την κατάσταση;

Όχι. Στις 8 Ιουλίου έγινε γνωστό ότι στο Κανταγκάρ συνελήφθη ένας εργαζόμενος στη βάση της ALP στην περιοχή Νερχ της επαρχίας Βαρντάκ, ο Αφγανός «μεταφραστής» Ζαχαρία Κανταγκάρι. Τον κατηγορούν ότι βασάνισε και δολοφόνησε πολίτες. Γύρω από αυτή τη βάση υπάρχουν μυστικοί τάφοι, κατά τις υποψίες, πολιτών, οι οποίοι αγνοούνται από το Δεκέμβριο του 2012. Αντί για σταθεροποίηση η Καμπούλ είδε την όξυνση και τις μαζικές διαμαρτυρίες του τοπικού πληθυσμού. Αντίστοιχα, την ενδυνάμωση των αντιπάλων της κρατικής εξουσίας. Όλα, όπως έγιναν στην Ουνδούρα ή το Ιράκ.

Η εξόντωση των ανυποχώρητων και επικίνδυνων εχθρών του κράτους είναι η μοιραία και βασική δουλειά των δυνάμεων των ειδικών επιχειρήσεων και των μυστικών υπηρεσιών. Οι απόπειρες όμως επίλυσης των προβλημάτων της ασφάλειας όχι με νυστέρι αλλά με τσεκούρι, η δημιουργία πολυάριθμων τοπικών μονάδων με ειδικές αρμοδιότητες και ελάχιστη ευθύνη με την ελπίδα ότι θα «κόψουν» τα δεσμά των μακραίωνων διενέξεων – είναι απλός τυχοδιωκτισμός. Έτσι ήταν τα πράγματα στη Λατινική Αμερική, έτσι, προφανώς στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.