Στους κύκλους του γερμανικού κατεστημένου βασιλεύει πλήρης διαφωνία σχετικά με την πολιτική έναντι της Ρωσίας. Διεξάγονται μόνιμες συγκρούσεις μεταξύ του φιλορωσικού γερμανικού κατεστημένου και της υπερατλαντικής (κατ΄ακρίβειαν, φιλοαμερικανικής) ομάδας. Άλυτο εξακολουθεί να είναι το δίλημμα αν οι σχέσεις πρέπει να βασίζονται στη συνεργασία ή την αντιπαράθεση.

Στην Πολωνία βλέπουν τη Ρωσία αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ιστορίας του Κατίν, του αεροπορικού δυστυχήματος του Σμολένσκ και τη θεωρούν ανεπιθύμητο όμως απαραίτητο προμηθευτή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Γι΄αυτό το ζήτημα στην Πολωνία υπερισχύει όχι απλώς ένταση, αλλά, θα μπορούσαμε να πούμε – εχθρότητα. Όχι και πολύ συχνά, όμως πολύ εμφανώς στα ΜΜΕ και την κοινωνία εκδηλώνεται ο φόβος ενόψη της ρωσικής απειλής.

Αν στην Πολωνία το αντιρωσικό μέτωπο είναι αρκετά ομοιογενές, στη Γερμανία η κατάσταση είναι διαφορετική. Εκεί οι επιχειρηματικοί κύκλοι πάντοτε ήταν πρόθυμοι για στενή συνεργασία. Μάλιστα γίνεται λόγος αποκλειστικά για την οικονομία, χάρη στην οποία έχει επιτευχθεί σταθερότητα στις διμερείς σχέσεις. Από την άλλη, υπάρχουν διαφορές στις θέσεις έναντι των προβλημάτων της παγκόσμιας πολιτικής, π.χ., προς τον πόλεμο με τη Συρία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι υποστηριχτές τους τονίζουν την ανάγκη να συνενωθούν κατά της Ρωσίας και να τη νικήσουν σ΄αυτή, κατα την άποψή τους, οικουμενική σύγκρουση για την παγκόσμια κυριαρχία. Αυτή τη θέση συμμερίζεται και ένα μέρος του γερμανικού πολιτικού κατεστημένου, συμπεριλαμβανομένου του τωρινού επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας Γκίντο Βερστερβέλε. Αυτός, όπως και ο Πολωνός ομόλογός του Ραντοσλάβ Σικόρσκι υποστηρίζει την υπερατλαντική επιλογή στις σχέσεις με τη Ρωσία, δηλαδή, της αντιπαράθεσης και της κριτικής.

Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης επεξεργασίας μιας συναινετικής πολιτικής στις σχέσεις με τη Ρωσία το ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ, το πνευματικό στήριγμα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, εξέδωσε από κοινού με τη ρωσική πλευρά τον Ιούνιο του 2013 το αναλυτικό έργο: «Η Γερμανία και η Ρωσία το 2030. Σενάρια των διμερών σχέσεων». Αυτό το έργο εκδόθηκε υπό την προστασία πολλών πρώην υπουργών Εξωτερικών της ΟΔΓ και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μεταξύ των οποίων είναι και ο Ίγκορ Ιβανόφ και ο Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαϊερ. Οι δημιουργοί του έργου «δεν προσπαθούν να προβλέψουν το μέλλον, αλλά προτείνουν διάφορες δυνατές προβλέψεις γι΄αυτό». Το έργο παρουσιάστηκε δημόσια στις 26 Ιουνίου στο Βερολίνο στην έδρα του Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ.

Και στις 5 Ιουλίου στη Βαρσοβία το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο που υπάγεται στο κοινοβουλευτικό κόμμα Συμμαχία Δημοκρατικής Αριστεράς (SLD), διοργάνωσε με τη συμμετοχή του ηγέτη του κόμματος Λέσεκ Μίλερ συνάντηση με την ονομασία «Η πολιτική της Πολωνίας έναντι της Ρωσίας – τρέχουσα κατάσταση και εισηγούμενοι στόχοι». Από ένα δημοσίευμα του κόμματος στο Διαδίκτυο γίνεται σαφές ότι οι Πολωνοί αριστεροί αντιλαμβάνονται τη Ρωσία μόνο ως προμηθευτή ενεργειακών πόρων, με τον οποίο είναι δύσκολο να επιτευχθεί συμφωνία.

Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με αυτά τα σενάρια, για τους Γερμανούς σοσιαλιστές η Ρωσία είναι χώρα, η οποία εν δυνάμει μπορεί να υποβληθεί σε οικονομικό αποικισμό, ενώ για τους Πολωνούς είναι προμηθευτής φυσικού αερίου και πετρελαίου, τον οποίο είναι αδύνατο να ξεγελάσει κανείς. Η δε αύξηση της επιρροής της Ρωσίας ως αρχηγού στην περιοχή της Ευρασίας εμποδίζει και τα δύο μέρη στην υλοποίηση των ιδιοτελών τους συμφερόντων.

(Ακολουθεί η συνέχεια)