Σύμφωνα με την πρόβλεψη των ρωσικών εξαγωγών προς την Ευρώπη για τον Ιούλιο, αυτές δεν θα ξεπεράσουν τα 2,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως και η πτώση αυτή κατά τους γνωρίζοντες μπορεί να αποδοθεί σε δύο βασικούς λόγους. Καταρχάς η Ρωσία με αυξανόμενους ρυθμούς το τελευταίο διάστημα αυξάνει την επεξεργασία πετρελαίου στα δικά της διυλιστήρια και κατά δεύτερον άρχισε ήδη να γίνεται ορατή η μεταβολή στις εξαγωγικές προτεραιότητες της Μόσχας, η οποία επιδιώκει την αύξηση των εξαγωγών ενεργειακών πόρων προς την Κίνα, αλλά και γενικότερα την Ασία.

Οι ρωσικές εξαγωγές προς την Ασία αυξήθηκαν απότομα από τις πολύ μικρές ποσότητες του 2010 στις 500 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, χάρη στο γεγονός ότι η Μόσχα συνήψε μια σειρά από κερδοφόρα συμβόλαια και προμηθεύει πετρέλαιο την Κίνα μέσω του νέου πετρελαιαγωγού Ανατολική Σιβηρία – Ειρηνικός Ωκεανός. Και αυτό μοιάζει να είναι μόνο η αρχή. Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει επανειλημμένως αναφερθεί στον αγωγό αυτό, που κατασκευάστηκε σε χρόνο ρεκόρ, συγκρίνοντάς τον – όταν τον είχαμε ρωτήσει σχετικά – με τον πετρελαιαγωγό-φάντασμα Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, που φαίνεται πως ισχυρά συμφέροντα δεν θέλησαν την κατασκευή του.

Με τους σημερινούς ρυθμούς, συμβόλαια ύψους 60-270 δισ. δολαρίων και υπολογισμούς ότι μέσα σε 25 χρόνια η Ρωσία θα εξαγάγει στην Κίνα ως και 800 εκατ. τόνους πετρελαίου, το Πεκίνο να αναδειχθεί στον μεγαλύτερο αγοραστή ρωσικού πετρελαίου μέσα στα επόμενα πέντε έτη, από την τέταρτη θέση, που βρίσκεται σήμερα. Θα εκθρονίσει επομένως τη Γερμανία, η οποία είχε φθάσει να εισάγει το 2011 έως 700 χιλιάδες βαρέλια ρωσικού πετρελαίου ημερησίως, ενώ τη στιγμή αυτή τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, άρα και οι Ευρωπαίοι καταναλωτές, είναι υποχρεωμένοι πλέον να πληρώνουν ακριβότερα για το ρωσικό πετρέλαιο τύπου Urals, το οποίο πωλείται σχεδόν στην ίδια τιμή με το ευρωπαϊκό Brent, αν και είναι ποιοτικά υποδεέστερο εκείνου.

Οι ρωσικές εταιρείες αντιθέτως όλο και περισσότερο προτιμούν να εξαγάγουν στην Ευρώπη επεξεργασμένο πετρέλαιο, ειδικότερα καύσιμο ντίζελ και όχι αργό πετρέλαιο. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία τα ρωσικά διυλιστήρια επεξεργάζονται πλέον περισσότερα από 5 εκατομμύρια πετρελαίου ημερησίως, πράγμα, που αποτελεί ποσότητα μεγαλύτερη κατά 25 % σε σχέση με το 2005.

Η τάση αυτή ενισχύεται και τους πρώτους τρεις μήνες του τρέχοντος έτους, καθώς οι εξαγωγές πετρελαιοειδών από τη Ρωσία προς χώρες της Ευρώπης έφθασαν τα 29,48 εκατ. τόνους. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της περασμένης χρονιάς οι εξαγωγές βενζίνης από τη Ρωσία προς την Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 14,2 % και έφθασαν τους 476,4 χιλ. τόνους, ενώ οι εξαγωγές καυσίμου ντίζελ κατά 5,9 %, φθάνοντας τους 9,26 εκατ. τόνους.

Τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια υποφέρουν από την έλλειψη πρώτης ύλης από τη Ρωσία και για τον πρόσθετο λόγο, που προκύπτει από το εμπάργκο εισαγωγών πετρελαίου από το Ιράν, το οποίο έχει επιβληθεί από τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι υψηλές τιμές για το πετρέλαιο τύπου Urals προκαλούν πρόσθετα προβλήματα σε εταιρείες, όπως τα Ελληνικά Πετρέλαια, η ισπανική Repsol και η πορτογαλική Galp γιατί έχουν κάνει μεγάλες επενδύσεις στον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας διύλισης ώστε να μπορούν να αξιοποιούν αυτόν τον τύπο πετρελαίου, όμως χάνουν το όποιο πλεονέκτημά τους καθώς οι τιμές έχουν σχεδόν εξισωθεί με το Brent.

Ακόμη χειρότερα, όμως, εκτιμάται ότι θα γίνουν τα πράγματα στο μέλλον για τα διυλιστήρια της Ανατολικής ενγένει Ευρώπης, όπως το Neste Oil στη Φινλανδία, το PKN Orlen στην Τσεχία και το MOL της Ουγγαρίας, τα οποία δέχονται μεγάλες ποσότητες πετρελαίου από τη Ρωσία. Τα διυλιστήρια αυτά προσπαθούν να ασφαλιστούν κλείνοντας συμφωνίες με προμηθευτές όπως η Rosneft, η οποία συνήψε συμφωνία ύψους 7 δισ. δολαρίων με το PKN, για να μεταφέρει μέσω του πετρελαιαγωγού «Φιλία» έως τον Ιούνιο του 2016 έως και 8 εκατ. τόνους πετρελαίου.

Όμως οι Ευρωπαίοι δεν έχουν και πολλά δικαιώματα να παραπονούνται, γιατί η Ρωσία είχε εγκαίρως εξηγήσει την ενεργειακή της πολιτική. Ειδικότερα μάλιστα ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Αρκάντι Ντβορκόβιτς είχε δηλώσει στην The Wall Street Journal ότι η Ρωσία επί δεκαετίες ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής ενεργειακών πόρων της Ευρώπης, όμως τα τελευταία χρόνια δέχεται σφοδρή κριτική από ευρωπαϊκής πλευράς για την αυστηρή πολιτική τιμών, που ακολουθεί και για τις υποτιθέμενες τάσεις μονοπώλησης της αγοράς, αν και αυτό, που συμβαίνει είναι απλώς το πιο φυσιολογικό: μια χώρα εξάγει τους ενεργειακούς της πόρους στους πλησιέστερους γείτονές της.

«Ζήτηση και για το πετρέλαιο και για το φυσικό μας αέριο υπάρχει και σε άλλες περιοχές του κόσμου» είπε πρόσφατα ο Ντβορκόβιτς, επαναλαμβάνοντας συνεχείς σχεδόν δηλώσεις του προέδρου Πούτιν, ο οποίος έχει προ πολλού διακηρύξει ότι η Ρωσία έχει συμφέρον να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες της Ασίας και ειδικά της Κίνας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο.