Η ουσία του «Βοζβάνιε» είναι ότι το αυτοματοποιημένο σύστημα ελέγχου των Πυραυλικών Στρατηγικών Στρατευμάτων θα μπορεί να μεταδίδει εντολές σε βαλλιστικούς πυραύλους, αλλάζοντας την πορεία τους και μάλιστα υποδεικνύοντας σε αυτούς νέους στόχους. Υποτίθεται ότι το «Βοζβάνιε» θα μπορεί να αλληλεπιδρά με τους νέους ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους Topol-M και Yars. Στη συνέχεια σε αυτούς θα μπορεί να προστεθεί ο αναπτυσσόμενος τώρα νέος ρωσικός βαρύς διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος.

Η μη προβλεψιμότητα της τροχιάς των πυραύλων καθιστά ουσιαστικά αδύνατη την αναχαίτιση τους. Παρά το γεγονός ότι οι σύγχρονοι ρωσικοί πύραυλοι με τις κεφαλές τους που κάνουν ελιγμούς, με απόθεμα ψεύτικων στόχων και τους σταθμούς παρεμβολών είναι και σήμερα απρόσβλητοι για τα υπάρχοντα αμερικανικά συστήματα άμυνας, η ρωσική ηγεσία επιδιώκει να διασφαλίσει τον εαυτό της από τις οποιεσδήποτε πιθανές εκπλήξεις. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η υλοποίηση του σχεδίου αυτού είναι άκρως δύσκολη και θα απαιτήσει πολυετείς προσπάθειες, όμως και το αποτέλεσμα μπορεί να επιδράσει όχι μόνο τα στρατηγικά όπλα.

Θεωρητικά, η ίδια τεχνολογία της επαναστόχευσης των πυραύλων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σε βαλλιστικούς πυραύλους μέσου και μικρού βεληνεκούς με συμβατικές κεφαλές, οι οποίες χρησιμοποιούνται ευρέως σε τοπικούς πολέμους. Η Ρωσία στα πλαίσια των συμφωνιών με τις ΗΠΑ δεν έχει το δικαίωμα να κατασκευάζει πυραύλους μέσου βεληνεκούς και παράγει σήμερα μόνο έναν περιορισμένο αριθμό πυραύλων μικρού βεληνεκούς τύπου Ισκαντέρ.

Από την άλλη πλευρά η Κίνα έχει ένα τεράστιο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων μέσου και μικρού βεληνεκούς με μη πυρηνικές κεφαλές. Οι πύραυλοι αυτοί αποτελούν το πιο σημαντικό στρατιωτικό ατού της Κίνας σε περίπτωση σύγκρουσης με τις ΗΠΑ, η μοναδική ευκαιρία να αντισταθμίσουν την πιθανή αμερικανική υπεροχή στον αέρα σε περίπτωση μιας παρόμοιας σύγκρουσης. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η Κίνα βλέπει αρνητικά την ανάπτυξη στην Ασία των νέων συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας ξηράς και θαλάσσης.

Θεωρητικά η νέα τεχνολογία, εάν φτάσει σε κατάσταση κανονικής λειτουργίας και θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μαζικά, θα καταστήσει τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας άχρηστα. Τουλάχιστον, θα μειώσει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής τους, επιτρέποντας την άμυνα μόνο κάποιων μεμονωμένων εγκαταστάσεων ευρισκόμενων σε κοντινή απόσταση.