Το πρόβλημα της αντοχής των μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά είναι ένα από τα σημαντικότερα στη σύγχρονη ιατρική. Με την εμφάνιση των αντιβιοτικών τη δεκαετία του 1940 οι γιατροί θεώρησαν, ότι βρέθηκε ο σωστός τρόπος καταπολέμησης των λοιμώξεων. Ωστόσο, σύντομα έγινε σαφές, ότι τα βακτήρια ξεπερνούν με επιτυχία το φαρμακευτικό εμπόδιο: μεταλλάσσονται και αποκτούν ανοσία στα γνωστά σκευάσματα. Ξεκίνησε η αναζήτηση νέων τρόπων καταπολέμησης των παθογόνων μικροοργανισμών.

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια βασίστηκαν στην ανακάλυψη, που έγινε από τον επικεφαλής της ομάδας Κένεθ Κάιλερ το 1996. Τότε είχε προσδιορίσει έναν προηγουμένως άγνωστο, που συναντάται αποκλειστικά στα βακτήρια, αμυντικό μηχανισμό στη διαδικασία της βιοσύνθεσης των πρωτεϊνών. Από τότε ο Κάιλερ και η ομάδα του ασχολήθηκαν με την αναζήτηση των μορίων, που είναι ικανά να «σπάσουν» αυτήν την άμυνα και έτσι να σταματήσουν την παραγωγή των βακτηριακών πρωτεϊνών. Πραγματοποιώντας δοκιμές στο κολοβακτηρίδιο E. coli με 663 χιλιάδες διαφορετικά μόρια, οι επιστήμονες ξεχώρισαν τα 46 πιο αποτελεσματικά στο μπλοκάρισμα της διαδικασίας του πολλαπλασιασμού των μικροβίων. Ένα από αυτά, όπως δηλώνεται, αποδείχτηκε εκατό φορές πιο αποτελεσματικό κατά του μυκοβακτηρίου της φυματίωσης, ενώ ήταν ικανό να προσβάλλει τα μικρόβια του άνθρακα και της δυσεντερίας.

Εν τω μεταξύ, οι ειδικοί θεωρούν ότι είναι πρόωρο να γίνουν τέτοιες δηλώσεις βασισμένες μόνο στις εργαστηριακές δοκιμές. Μιλάει ο καθηγητής της έδρας νοσοκομειακής θεραπείας της Ιατρικής Ακαδημίας Σετσένοφ της Μόσχας, Σεργκέι Γιάκοβλεφ:

Όλες οι προηγούμενες απόπειρες δημιουργίας τέτοιων ενώσεων, δυστυχώς, παρέμεναν στο στάδιο των πειραματικών ερευνών. Η προσέγγιση είναι δυνητικά ενδιαφέρουσα. Αλλά όλα εξαρτώνται από το αν θα μπορέσουν να βρουν την ένωση, πρώτον, μη τοξική για τον άνθρωπο, και δεύτερον, η οποία πραγματικά θα διέθετε αντιμικροβιακή δράση σε κλινικά στελέχη, και όχι απλά σε πειράματα σε κύτταρα. Εάν αυτό γίνει δυνατό, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για κάποια προοπτική.

Αλλά ακόμα και τότε δεν θα μπορούμε να υποστηρίζουμε, ότι στα νέα αντιβιοτικά τα βακτήρια δεν θα αναπτύξουν αντοχή. Αυτά έχουν ήδη αποδείξει την αντοχή και την πονηριά τους. Συνήθως περνούν μερικά χρόνια, και με την αντοχή στο σκεύασμα ξεκινούν τα προβλήματα, σημειώνει ο αναπληρωτής καθηγητής της έδρας παθολογίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Ιατρικής του Νοβοσιμπίρσκ, Βλαντισλάβ Μιτρόχιν:

Απαιτούνται κλινικές έρευνες αυτών των αντιβιοτικών. Όταν θα έχουμε τα αποτελέσματα των ερευνών της κλινικής αποτελεσματικότητας, τότε θα μπορούμε να πούμε, κατά πόσο είναι αποτελεσματικοί οι νέοι μηχανισμοί δράσης του σκευάσματος.