Όταν ακούει κανείς την λέξη «επιστράτευση» συνήθως στο μυαλό του έρχονται ο πόλεμος και ο πανικός. Λιγάκι οξύμωρο αν σκεφτεί κανείς ότι ο λόγος γίνεται για την Παιδεία και την επιστράτευση των 86.000 καθηγητών για την διεκπεραίωση των Πανελληνίων εξετάσεων που αρχίζουν την προσεχή Παρασκευή.

Άλλη μια ακόμη λέξη που δεν συνάδει με την Παιδεία είναι «τα φύλλα πορείας», των οποίων η επίδοση έχει ήδη αρχίσει στους καθηγητές, οι οποίοι επιτάσσονται από τις 12 το μεσημέρι της Τετάρτης.

Σύμφωνα με την απόφαση του πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά «από τη 12η μεσημβρινή της 15ης Μαΐου 2013 ως την έκδοση νεώτερης απόφασης, επιτάσσονται οι προσωπικές υπηρεσίες του συνόλου των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στις θέσεις όπου υπηρετούν. Οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να παρουσιαστούν και να ασκούν τα καθήκοντά τους στις θέσεις όπου υπηρετούν (ή όπου έχουν αποσπαστεί ή διατεθεί). Όλες οι άδειες που έχουν νομίμως χορηγηθεί δεν θίγονται για το χρονικό διάστημα που έχουν χορηγηθεί».

Σε περίπτωση που κάποιος εκπαιδευτικός αρνηθεί να συμμορφωθεί με την απόφαση για πολιτική επιστράτευση κινδυνεύει με τρίμηνη φυλάκιση και απόλυση.

Οι εκπαιδευτικοί υποστηρίζουν ότι η κυβερνητική απόφαση επιστράτευσής τους είναι αντισυνταγματική διότι καταστρατηγεί το

δικαίωμα της απεργίας και αντίκειται στη σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Παράλληλα κατηγορούν την κυβέρνηση ότι αρνήθηκε να προβεί σε ουσιαστικό διάλογο και επέλεξε να προωθήσει διατάξεις για τις οποίες λίγους μήνες πριν διαβεβαίωνε ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστούν.

Ωστόσο, η ΟΛΜΕ βρέθηκε σε δυσχερή θέση εφόσον το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το αίτημα της για ανάκληση της επιστράτευσης των εκπαιδευτικών. Η κύρια αίτηση ακύρωσης θα συζητηθεί στις 7 Ιουνίου.

Παράλληλα, η ηγεσία της ΟΛΜΕ έστειλε τη Δευτέρα επιστολή, απευθυνόμενη στους μαθητές όλης της χώρας, προκειμένου να τους εξηγήσει τους λόγους που οι καθηγητές τους επέλεξαν σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή να προχωρήσουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στην επιστολή: «Ο μισθός μας μειώθηκε μέχρι το μισό, το διδακτικό μας ωράριο αυξήθηκε, οι συνθήκες εργασίας χειροτέρεψαν, οι διορισμοί νέων εκπαιδευτικών σταμάτησαν. Ταυτόχρονα, πολλά δημόσια σχολεία καταργούνται και συγχωνεύονται, άλλα δεν έχουν θέρμανση, εξοπλισμό, αίθουσες και εργαστήρια. Με τα τελευταία μέτρα που ψήφισε η κυβέρνηση μπορούν να μας ξεσπιτώνουν και να μας στέλνουν από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη οποτεδήποτε, χωρίς να νοιάζονται πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τέτοιους μισθούς. Μπορούν ακόμη να μας απολύουν με το παραμικρό.

Μετά από αυτά τα τελευταία μέτρα το ποτήρι ξεχείλισε. Πήραμε την απόφαση πως πια δεν πάει άλλο. Το ξέρουμε πως δεν είναι εύκολο να απεργούμε σε μέρες που κάποιοι από σας δίνουν κρίσιμες εξετάσεις για το μέλλον τους. Όμως δεν διαλέξαμε εμείς αυτή την περίοδο για να συγκρουστούμε, αλλά η κυβέρνηση, που προώθησε αυτά τα μέτρα. Ούτε είναι εύκολο για μας σε τέτοιες συνθήκες να στερηθούμε το μισθό μιας πολυήμερης απεργιακής περιόδου. Όμως, δυστυχώς, δεν έχουμε άλλη διέξοδο».
Αυτή η τελευταία πρόταση φαίνεται να αποτελεί την καθημερινότητα όλων των Ελλήνων: όλοι νιώθουν πως δεν υπάρχει διέξοδος, πως η κατάσταση είναι σαν ένα δίκοπο μαχαίρι, «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».

Από τη μία, η κυβέρνηση που για ακόμα μια φορά διάλεξε την πλέον ακατάλληλη περίοδο για να εφαρμόσει μέτρα που χρήζουν μεγάλης συζήτησης και οπωσδήποτε χρειάζονται χρόνο για να συζητηθούν πόσο μάλιστα, όταν αφορούν σε έναν τόσο σημαντικό τομέα όπως είναι η Παιδεία.

Από την άλλη πλευρά, οι καθηγητές που αναμφίβολα ζημιώνονται.

Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο και γενικότερο στο σύστημα της Παιδείας. Η έλλειψη βιβλίων, η αντικατάσταση τους από φωτοτυπίες, η έλλειψη θέρμανσης στα σχολεία, το γεγονός ότι διδάσκονται δύο και τρεις ξένες γλώσσες από το δημοτικό, καθώς και το σύστημα των φροντιστηρίων και της παραπαιδείας δυσχεραίνουν και εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.

Και όπως συνηθίζεται σε κάθε πόλεμο ή καλύτερα σύγκρουση, το μεγάλος βάρος επωμίζονται οι άμαχοι, που στην δεδομένη περίπτωση είναι οι μαθητές. Παιδιά, τα οποία καλούνται μέσα σε όλο αυτό το κλίμα να δώσουν εξετάσεις οι οποίες- καλώς ή κακώς- θα καθορίσουν σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό το μέλλον τους. Ευρισκόμενοι λοιπόν σε ένα κομβικό σημείο της ζωής τους, οι μαθητές δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν ολοκληρωτικά στο στόχο τους για δεύτερη φορά καθώς μετά το «σχέδιο Αθηνά» έρχεται η κυβέρνηση να οξύνει κι άλλο το πρόβλημα.