Τα συστήματα αυτά αποσύρθηκαν από το οπλοστάσιο της χώρας βάσει των όρων της ρωσο-αμερικανικής Συνθήκης START-2 του 1993.

Οι πρώτοι σοβιετικοί διηπειρωτικοί πύραυλοι R-7 εκτοξεύονταν από ανοικτό εκτοξευτή. Τα μειονεκτήματα αυτού του τρόπου ήταν προφανή – ο πύραυλος μπορούσε να τεθεί εκτός λειτουργίας από οποιοδήποτε θραύσμα ή απλώς από το ωστικό κύμα μιας συμβατικής βόμβας που εξερράγη κάπου κοντά.

Η επόμενη γενιά πυραύλων ήδη εγκαταστάθηκε σε φρεάτια, από τα οποία οι πύραυλοι ανυψώνονταν πριν την εκτόξευση και εκτοξεύονταν από την επιφάνεια. Και τέλος, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 οι πύραυλοι, που εκτελούσαν μαχητική υπηρεσία, προστατεύονταν από οπλισμένο σκυρόδεμα πολλών μέτρων πάχους και δεκάδων εκατοστών θώρακα. Μέσα στα φρεάτια οι πύραυλοι μπορούσαν να επιβιώσουν μετά από μια πυρηνική έκρηξη σε μικρή απόσταση από τη θέση τους.

Παρόλα αυτά, η αυξανόμενη ακρίβεια τόσο των πυρηνικών, όσο και των συμβατικών πυρομαχικών ανάγκασε και πάλι να ανεβούν οι πύραυλοι στην επιφάνεια – αυτή τη φορά με τη χρησιμοποίησή τους από κινητούς εκτοξευτές. Τη δεκαετία του ΄70 στη Σοβιετική Ένωση είχε αρχίσει η ανάπτυξη κινητών πυρηνικών πυραυλικών συστημάτων εδάφους και την επόμενη δεκαετία – και σιδηροδρομικών πυραυλικών συστημάτων μάχης. Το πλεονέκτημα των συστημάτων εδάφους ήταν η ικανότητά τους για ανάπτυξη ουσιαστικά από οποιαδήποτε τοποθεσία. Το πλεονέκτημα των σιδηροδρομικών συστημάτων ήταν η υψηλή ευελιξία τους – μέσα σε ένα 24ωρο το «πυρηνικό τρένο» μπορούσε να μετακινηθεί κατά 1500 χλμ. από τη βάση του.

Και τα δυο είδη συστημάτων ήταν πολύ δύσκολο να ανιχνευθούν. Οι ελκυστήρες, δηλαδή τα κινητά πυραυλικά συστήματα εδάφους, φυσικά, είναι δύσκολο να τα συγχύσει κανείς με οτιδήποτε άλλο, όμως η τεράστια έκταση των περιοχών διασποράς τους, σε συνδυασμό με τις χαρακτηριστικές για τη Ρωσία καιρικές συνθήκες (ένα σημαντικό μέρος του εδάφους είναι συνεχώς καλυμμένο από σύννεφα) και το στενό οπτικό πεδίο των αναγνωριστικών δορυφόρων παρείχαν κάθε ευκαιρία να ξεφύγουν από την παρακολούθηση.

Τα «πυρηνικά τρένα», που ήταν κατασκευασμένα στη βάση των συνηθισμένων βαγονιών, ήταν επίσης δύσκολο να εντοπιστούν στο συνωστισμό των κομβικών σταθμών και διακλαδώσεων, παρόλο που ήταν αυστηρά συνδεδεμένα με τις σιδερένιες ράγες.

Βάσει της Συνθήκης START-2 του 1993 η Ρωσία έπρεπε να διαγράψει τα σιδηροδρομικά πυραυλικά συστήματα μάχης. Το 2002 απαντώντας στην αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συνθήκη για την αντιπυραυλική άμυνα του 1972, η Ρωσία αποχώρησε από τη START-2, όμως ήταν ήδη άσκοπο να σταματήσει η διαδικασία διαγραφής. Εκτός αυτού, η κατάσταση γινόταν πιο δύσκολη λόγω του ότι οι πύραυλοι RT-23UTTH (SS-24 Scalpel) παράγονταν στην Ουκρανία. Ως αποτέλεσμα, κατά το 2005 τα σιδηροδρομικά πυραυλικά συστήματα μάχης αποσύρθηκαν από το οπλοστάσιο της χώρας.

Για τη δυνατότητα επιστροφής στα σιδηροδρομικά πυραυλικά συστήματα μάχης άρχισε να γίνεται λόγος στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μετά την εμφάνιση του πυραύλου RS-24 Yars. Οι 45 τόνοι κάνουν τον Yars τον προτιμότερο υποψήφιο για χρησιμοποίηση σε σιδηροδρομική βάση σε σύγκριση με τον 100 τόνων Scalpel. Ένα σύγχρονο πυρηνικό τρένο, που μπορεί να μεταφέρει 3-4 πυραύλους, θα μπορούσε να γίνει ένα αξιόπιστο στοιχείο της ρωσικής πυρηνικής ασπίδας και καλό μέσο αντιμετώπισης της αντιπυραυλικής άμυνας, γιατί η αποτελεσματικότητα των συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας μειώνεται σημαντικά στις συνθήκες μάχης με πυραύλους κινητής βάσης, το σημείο εκκίνησης των οποίων είναι ουσιαστικά αδύνατο να μαντέψει ο εχθρός εκ των προτέρων.