Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και σχεδόν 20 σύνοδοι κορυφής, ώστε οι ευρωπαϊκές αρχές να παραδεχτούν το προφανές – μόνο με μείωση των κρατικών δαπανών η ευρωπαϊκή οικονομία δεν μπορεί να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μπαρόζο δήλωσε, ότι παρόμοια μέτρα έχουν όλο και λιγότερη υποστήριξη. Η αλήθεια είναι, ότι μετά την πομπώδη πρόταση ότι «παρόμοια πολιτική έφτασε στα όριά της» ακολούθησε η παρατήρηση, ότι η πρακτική της περικοπής των κρατικών δαπανών από μόνη της είναι ορθή. Σύμφωνα με τον Μπαρόζο, απλά αυτή η πολιτική απαιτεί πιο λεπτή προσέγγιση. Οι πρόσφατες δηλώσεις ενός Ευρωπαίου αξιωματούχου τέτοιου επιπέδου δείχνουν για μια ακόμα φορά, ότι ακόμα και εν μέσω κρίσης η πολιτική στην Ευρώπη κυριαρχούσε επί της οικονομίας με σκοπιμότητα, σημείωνει η οικονομολόγος Ντάρια Ζελάνοβα:

- Η απόφαση ελήφθη λόγω του ότι σήμερα στην Ευρωζώνη κυριαρχεί η Γερμανία. Το κάλεσμα για δημοσιονομική πειθαρχία υπαγορεύτηκε όχι από υγιή σκέψη, αλλά από τη βούληση των πολιτικών, οι οποίοι εκείνη την περίοδο έπαιρναν τις αποφάσεις. Ο δρόμος επιλέχθηκε από την αρχή λανθασμένα. Η έξοδος από την κρίση είναι πρώτιστα η αναζωογόνηση της παραγωγής και της εγχώριας ζήτησης. Αλλά αυτό που κάνουν τώρα οι Ευρωπαίοι, είναι το αντίθετο, η εξόντωση όλων των δυνατοτήτων της οικονομίας. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα, το βλέπουμε: σημαντική μείωση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ, σε ορισμένες χώρες ακόμα και πτώση, και κοινωνική ένταση, η οποία αυξάνεται χάρη στην παράλογη αύξηση της ανεργίας.

Η συγκράτηση των κρατικών δαπανών, η οποία με συνέπεια οριζόταν ως πανάκεια για την κρίση, είχε σκοπό να σταθεροποιήσει την κατάσταση στην ευρωπαϊκή οικονομία – ενοποιημένη, αλλά όχι ενιαία, όπως φάνηκε στην πράξη. Σε κάποιο σημείο αυτή η απόφαση ήταν σωστή, συμφωνούν οι οικονομολόγοι. Αλλά τα μέτρα τακτικής δεν έπρεπε να μετατραπούν σε στρατηγική, σημειώνει ο οικονομολόγος Ρομάν Αντρέεφ:

- Όταν στις Βρυξέλλες περνούσαν στην πολιτική των περικοπών του προϋπολογισμού, έπρεπε να βρουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο – μία νοτιοευρωπαϊκή χώρα, ώστε να δείξουν που μπορούν να οδηγήσουν οι ανεξέλεγκτες κρατικές δαπάνες. Παρ’ όλα αυτά, αυτό μόνο επιδείνωσε το πρόβλημα, οδήγησε σε πολιτικές και οικονομικές ανισορροπίες. Ναι, αναμφίβολα, έπρεπε να τιμωρηθούν ορισμένες χώρες, όπου οι συντάξεις αποτελούσαν το 100 τοις εκατό του μισθού, αλλά ταυτόχρονα είναι απαραίτητο να θέσουν στόχο, ώστε η οικονομική πολιτική της ευρωζώνης να είναι πιο ισορροπημένη, όμως καμία προσπάθεια, εκτός από το να υποχρεώσουν να δαπανούν λιγότερο, δε λαμβάνεται. Από οικονομική άποψη αυτό είναι παράλογο.

0Οι ειδικοί επισημαίνουν το γεγονός ότι μόλις ένα μήνα πριν ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επέμενε στη συνέχιση της πορείας του «σφιξίματος της ζώνης». Στις 11 Μαρτίου σε επιστολή προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ο Μπαρόζο σημείωσε, ότι χώρες με μεγάλο δημόσιο χρέος πρέπει να συνεχίσουν τη δημοσιονομική εξυγίανση, παρά τις προβλέψεις για μείωση του ΑΕΠ. Επιπλέον, ο Μπαρόζο καλούσε σε ακόμα μεγαλύτερο σφίξιμο της ζώνης. Την ίδια περίοδο ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν για άλλη μια φορά διατύπωσε έντονες επικρίσεις κατά των Βρυξελλών, δηλώνοντας ότι εκεί ξέχασαν τη λέξη «ανάπτυξη». Στις αρχές Απριλίου στο γεγονός ότι «η σωστή πορεία» θα συνεχιστεί, αναφέρθηκε σε συνάντηση με τον επικεφαλής του ΥΠΟΙΚ των ΗΠΑ Τζακ Λιού. Τότε στην άποψη του Ζοζέ Μπαρόζο προσχώρησε και ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Επιπλέον, ο Χέρμαν βαν Ρομπέι τόνισε, ότι η στρατηγική δε θα αλλάξει, παρά την αύξηση της ανεργίας. Τώρα, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξέφρασε μία προσεκτική, αλλά κριτική. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς αν πρόκειται για πολιτικό τέχνασμα – ώστε να μειωθεί το επίπεδο της δημόσιας δυσαρέσκειας – ή, στις Βρυξέλλες πράγματι αναγνώρισαν την ανάγκη για αλλαγές. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα δρακόντεια μέτρα μείωσης του προϋπολογισμού σε πολλές χώρες δεν οδήγησε σε μείωση των προβλημάτων, δείχνουν εμφανώς τα τελευταία στατιστικά δεδομένα. Το περασμένο έτος το συνολικό δημόσιο χρέος των 17 χωρών της Ευρωζώνης είχε υπερβεί το 90% του ΑΕΠ. Η Ισπανία και η Ελλάδα, όπου επί 2 χρόνια γίνονταν περικοπές μισθών και συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, και όπου πραγματοποιήθηκαν οι μαζικότερες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, το έλλειμα του προϋπολογισμού παρέμεινε στο επίπεδο του 10 τοις εκατό. Και μόνο στη Γερμανία, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του περασμένου έτους, καταγράφηκε πλεόνασμα ύψους 0,2 τοις εκατό του ΑΕΠ.