Επρόκειτο για μια ακόμη προγραμματισμένη συνάντηση του κόμματος «Δικαιώματα και Δικαιοσύνη» (PiS), η οποία διοργανώθηκε με πρόκληση περισσότερου θορύβου από ό,τι οι μηνιαίες διαδηλώσεις μίσους εναντίον όλων όσοι δεν συμμερίζονται τις θεωρίες τους σχετικά με τη «δολοφονία» του Πολωνού προέδρου και όσων τον συνόδευαν. Οι διαδηλώσεις μπροστά στο γραφείο του πρωθυπουργού και της ρωσικής Πρεσβείας μου θύμισαν τις συναντήσεις των επαναστατών στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι, όπου αναφέρεται η ανάγκη να «τρομοκρατηθεί» ο λαός «ώστε να αρχίσουν οι μεν να καταβροχθίζουν τους δε».

Από την αεροπορική τραγωδία στο Σμολένσκ έχει δημιουργηθεί ένα είδος θρησκείας και πάνω στα ερείπιά της έχει ανεγερθεί η «εκκλησία του Σμολένσκ» με πολλές υποστηρικτές. Εκτός αυτού καλλιεργείται η «συγγένεια» μεταξύ των θυμάτων του αεροπορικού δυστυχήματος και τους Πολωνούς αξιωματικούς, που εκτελέστηκαν από την NKVD (σ.τ.μ. Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων) στο Κατίν. Πρόκειται για μια μεγάλη πολιτική εκστρατεία, στην οποία εντάσσονται ορισμένες ιεράρχες της Καθολικής Εκκλησίας, απλοί ιερείς και ΜΜΕ με δεξιό προσανατολισμό. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση δεν υπερασπίζεται το δίκιο της, περιοριζόμενη στο ρόλο του θύματος της επιθετικής προπαγάνδα του PiS.

Ως αποτέλεσμα τρία χρόνια μετά το ατύχημα το ήμισυ των ερωτηθέντων απλώς δεν γνωρίζει ότι υπήρξε μια δημόσια επιτροπή και ότι οι καλύτεροι ειδικοί της αεροπορίας απέκλεισαν το ενδεχόμενο δολοφονικής απόπειρας δολοφονίας, αναγνωρίζοντας ως αιτία του δυστυχήματος τον ανθρώπινο παράγοντα. Για τους οπαδούς της «θρησκείας του Σμολένσκ» αυτή η εξήγηση είναι απαράδεκτη, την απορρίπτουν ως «ψευδή», «μεροληπτική» και βασισμένη σε «πλαστές» αποδείξεις. Κάθε μέρα που περνά τους πείθει γι’ αυτό ο κορυφαίος υποστηρικτής των θεωριών συνωμοσίας Άντονι Ματσερέβιτς.

Σε αυτές τις μυθοπλασίες τροποποιούνται μόνο οι τρόποι της δολοφονικής απόπειρας. Πρώτα έγινε λόγος για τεχνητή ομίχλη και για επιτόπου εκτέλεση των τραυματιών, για κάποια βόμβα υπό πίεση, εν συνεχεία υπήρξε αναφορά σε δύο εκρήξεις, ενώ στο τέλος ο Άντονι Ματσερέβιτς δήλωσε ότι σημειώθηκε μια σειρά από εκρήξεις «ακριβείας».

Δυστυχώς αιτία όλων αυτών είναι η επικοινωνιακή πολιτική των πολωνικών Αρχών, η οποία δυσφήμησε την ικανότητα των στρατιωτικών εισαγγελέων, καθώς και ένα ανεπίτρεπτο λάθος κατά την αναγνώριση των σορών των νεκρών, που έλαβε χώρα στη Ρωσία. Έπαιξε το δικό της ρόλο και η Διακρατική Αεροπορική Επιτροπή, η οποία προφανώς υπερασπίζεται τη θέση, που δεν χρειάζεται ουδεμία υπεράσπιση, ότι δηλαδή η ρωσική πλευρά δεν έχει καμία ευθύνη για την υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στο αεροδρόμιο του Σμολένσκ απλώς «συνέστησαν να μη γίνει η προσγείωση», αν και υπό τις συνθήκες εκείνης της μοιραίας ημέρας στο αεροδρόμιο Σέβερνι ήταν υποχρεωμένοι να αρνηθούν κατηγορηματικά την άδεια προσγείωσης. Χρειάζεται να πούμε με σαφήνεια ότι Ρώσοι ελεγκτές δέχθηκαν την ίδια πίεση, όπως και οι πιλότοι του πολωνικού αεροπλάνου. Εάν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν απαγορεύσει την προσγείωση, τότε το σκάνδαλο και οι κατηγορίες για προμελετημένες ενέργειες θα είχαν έτσι κι αλλιώς διατυπωθεί, αλλά ήδη όχι τόσο ευρέως και όχι με τέτοια συναισθηματική ισχύ.

Ένα ξεχωριστό θέμα αφορά στα συντρίμμια του αεροσκάφους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι Ρώσοι δεν συνειδητοποιούν ποια συναισθήματα κυριαρχούν στους Πολωνούς σχετικά με το θέμα αυτό. Παρά το γεγονός ότι συμμερίζομαι την άποψη πως εντέλει πρόκειται πλέον για μέταλλα προς ανακύκλωση και ότι αν είναι σύμβολο, μπορούν να συμβολίζουν μόνο την ανικανότητα και το χάος, όμως γι’ αυτό πρέπει εμείς οι ίδιοι οι Πολωνοί να διαφωνούμε μεταξύ μας. Δεν είναι υπόθεση των Ρώσων, γι’ αυτό και πρέπει όσο το δυνατόν γρηγορότερα να μας παραδώσουν τα συντρίμμια αυτά.

Παρ’ όλ’ αυτά ό,τι και να λέμε σήμερα για τα προφανή λάθη της ρωσικής πλευράς, για την αγνόηση των διαδικασιών, την απροθυμία να υπολογίσουν τη γνώμη μας και την έλλειψη κατανόησης των συναισθημάτων μας, αυτά δεν είναι επιχειρήματα που καθορίζουν την αιτία της αεροπορικής τραγωδίας. Οι αιτίες του ατυχήματος πρέπει να αναζητηθούν στη Βαρσοβία. Αυτό το ταξίδι δεν θα έπρεπε καν να έχει πραγματοποιηθεί. Προστέθηκε με δυσκολία στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων, που ήταν αφιερωμένες στην επέτειο της τραγωδίας του Κατίν, αποκλειστικά για προεκλογικούς και προπαγανδιστικούς σκοπούς.

Ελπίζοντας στην επανεκλογή του ο Λεχ Κατσίνσκι δεν θα μπορούσε να επιτρέψει να τιμήσει τη μνήμη των νεκρών αξιωματικών ο πρωθυπουργός Τουσκ και αυτός, ο «πρώτος πατριώτης» να μην είναι εκεί. Για να εκπληρωθεί η ιδιότροπη επιθυμία του αγνοήθηκαν όλοι οι κανόνες διοργάνωσης παρόμοιων επισκέψεων αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι έμεινε εκτός προσοχής η δυσμενής μετεωρολογική πρόγνωση. Το πλήρωμα προσκλήθηκε να αναλάβει την πτήση με βιασύνη και δεν διέθετε επαρκή εμπειρία πτήσης του συγκεκριμένου τύπου αεροσκάφους, με αποτέλεσμα να επιτρέψει να γίνουν τεράστια λάθη κατά τη διάρκεια της πτήσης και να βρεθεί υπό την πίεση ανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν το δικαίωμα εισόδου στο θάλαμο διακυβέρνησης εν ώρα πτήσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, το πλήρωμα ανέλαβε να εκτελέσει μια αδύνατη αποστολή.

Ο αδελφός του επιβάτη υπ’ αριθμ. 1 και του περιβάλλοντός του δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους όλα αυτά και υποστηρίζουν το δικό τους: ο πρόεδρος Κατσίνσκι, ο καλύτερος όλων των Πολωνών προέδρων, σκοτώθηκε σε εγκληματική επίθεση, που διαπράχθηκε από τους Ρώσους, αιώνιους εχθρούς της πολωνικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αυτή ήταν η εκδίκηση των Ρώσων, γιατί ο Κατσίνσκι «δέσμευσε ρωσικά άρματα μάχης, τα οποία κατευθύνονταν προς την Τιφλίδα». Με αυτήν την ηλιθιότητα από έναν κοινό πολιτικό και έναν αδύναμο πρόεδρο δημιουργείται ο μύθος του ήρωα, ο οποίος έδωσε τη ζωή του για την «προστασία των εθνικών αξιών».

Η κυβέρνηση μόλις τώρα συγκαλεί την ομάδα, που πρέπει δημοσίως να αντιπαρατεθεί με κάθε ηλιθιότητα, την οποία παράγει το κόμμα PiS γύρω από το θέμα του αεροπορικού δυστυχήματος. Φοβάμαι ότι είναι ήδη πολύ αργά. Ο Κατσίνσκι συνειδητά ξυπνά τους δαίμονες, καθώς έχει πλήρως κυριευθεί από την επιθυμία να επιστρέψει στην εξουσία, έστω και πατώντας σε πτώματα. Αυτά είναι πολιτική και όχι συμπάθεια για τα θύματα, θλίψη για την απώλεια του αδελφού ή επιθυμία να βρεθεί η αλήθεια. Δεν χρειάζεται καμία αντικειμενική αλήθεια, γιατί έχει τη δικιά του και ζητά εκδίκηση.