Η συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και των χωρών της Λατινικής Αμερικής στον τομέα της στρατιωτικής-τεχνικής συνεργασίας αναπτύσσεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά για μια σειρά από λόγους οι διαστάσεις της παρέμεναν αρκετά περιορισμένες. Η κατάσταση αυτή άρχισε εν μέρει να αλλάζει το 2000 χάρη στη συνεργασία με τη Βενεζουέλα, η οποία παραμένει ο σημαντικότερος εταίρος της Ρωσίας στην περιοχή. Ταυτοχρόνως μικρά συμβόλαια συνάπτονταν και με άλλες χώρες, από την Ουρουγουάη ως τη Βραζιλία. Οι πρώτες συμβάσεις με τη Βραζιλία έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν στη χώρα αυτή εξήχθησαν φορητά αεροπορικά συστήματα Igla με ύψος συμβολαίου 20 εκατομμύρια δολάρια. Το 2009 υπεγράφη συμβόλαιο για 12 μαχητικά ελικόπτερα Mi-35 με κόστος πάνω από 200 εκατομμύρια δολάρια, ενώ στα τέλη του 2012 επιτεύχθηκε συμφωνία για την οργάνωση στη Βραζιλία της συναρμολόγησης των ελικοπτέρων Mi-171 και ενός κέντρου εξυπηρέτησης των Mi-35. Στο εγγύς μέλλον αναμένεται να συναφθεί σύμβαση για την πώληση συστημάτων αεράμυνας, των πυραυλικών αντιαεροπορικών Pantsir, καθώς και των φορητών συστημάτων Igla συνολικού ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων.

Εκτός αυτού για τα ρωσικά τεχνικά συστήματα ενδιαφέρθηκαν και επιχειρήσεις της Βραζιλίας. Το Δεκέμβριο του 2012 η εταιρεία «Ρωσικά ελικόπτερα» υπέγραψε σύμβαση για την παράδοση το 2015 7 ελικοπτέρων Ka-62 στην βραζιλιάνικη εταιρεία AtlasTaxiAereo με δυνατότητα αγοράς άλλων 7 ελικοπτέρων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη εξαγωγική σύμβαση για τα Ka-62, η σειριακή παραγωγή των οποίων αναμένεται να ξεκινήσει μόλις το 2014.

Τα ρωσικά ελικόπτερα, πάντως, είναι στην περιοχή αρκετά δημοφιλή, καθώς στη Λατινική Αμερική απαντώνται σε όλες σχεδόν τις χώρες από το Μεξικό μέχρι την Αργεντινή. Μάλιστα το Περού, η Βενεζουέλα και η Κούβα τα χρησιμοποιούν αρκετά ενεργά, ενώ τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν και σε ηγετικές χώρες της περιοχής τη Βραζιλία και την Αργεντινή.

Προφανώς οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Βραζιλίας δεν περιορίζονται στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών. Μια από τις βασικές ίντριγκες των τελευταίων ετών είναι η έκβαση του διαγωνισμού για την αγορά μαχητικών από την Πολεμική Αεροπορία της Βραζιλίας, ο οποίος διαρκεί ήδη περισσότερα από 10 χρόνια και διακόπτεται κατά διαστήματα. Ο διαγωνισμός για την αγορά μαχητικών αεροσκαφών για την Πολεμική Αεροπορία της Βραζιλίας βάσει του προγράμματος F-X προκηρύχθηκε το 2001 και ακυρώθηκε το 2005. Το 2008 ενεργοποιήθηκε ξανά ως F-X2 και πάλι ανεστάλη το 2010. Συμμετείχαν σε διαφορετικές φάσεις του διαγωνισμού το αμερικανικό μαχητικό BoeingF/A-18E/FSuperHornet, το γαλλικό DassaultRafale, το σουηδικό SaabJAS 39 GripenNG και το ευρωπαϊκό EurofighterTyphoon.

Για ορισμένο διάστημα η Ρωσία προσπαθούσε να συμμετάσχει σε αυτό το διαγωνισμό με το μαχητικό Su-35С, όμως η προσπάθεια αυτή δεν ήταν επιτυχής. Μάλιστα πολλοί ειδικοί επισημαίνουν το ενδιαφέρον της Βραζιλίας για το μαχητικό πέμπτης γενεάς T-50, καθώς η αγορά αυτού του αεροσκάφους με οργάνωση της συναρμολόγησής του στο έδαφος της Βραζιλίας θα μπορούσε να ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες της Πολεμικής Αεροπορίας της χώρας αυτής και της αεροπορικής της βιομηχανίας.

Η πιθανή αγορά από τη Βραζιλία του T-50 ή μιας ειδικά σχεδιασμένης για τη χώρα αυτή εκδοχή του αεροσκάφους τούτου συζητείται για μεγάλο χρονικό διάστημα και οι πιθανότητες επιτυχίας του ρωσικού αεροσκάφους είναι υπαρκτές, στην πραγματικότητα, αυτό είναι το μόνο αεροπλάνο πέμπτης γενεάς, το οποίο μπορεί πραγματικά να προμηθευτεί η Βραζιλία στο ορατό μέλλον. Ωστόσο, δεδομένης της αύξησης των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας αυτής, ένα τέτοιο αεροπλάνο κάθε άλλο παρά περιττό θα ήταν γι' αυτήν - ειδικά υπό τις συνθήκες της τρέχουσας δύσκολα προβλέψιμης πολιτικής κατάστασης.

Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια αγορά θα ταίριαζε με τη συνολική λογική οικοδόμησης των Ενόπλων Δυνάμεων της Βραζιλίας, που επιδιώκουν να αναπτύξουν τέτοια χαρακτηριστικά ισχύος πρώτου βαθμού, όπως η αεροπορία καταστρώματος και ο πυρηνοκίνητος στόλος υποβρυχίων. Το αεροσκάφος πέμπτης γενεάς για την Πολεμική Αεροπορία καθίσταται υπ' αυτές τις συνθήκες όχι μόνο στοιχείο γοήτρου, αλλά και μέσο αποτροπής, το οποίο μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο, εάν η ανάπτυξη της βραζιλιάνικης οικονομίας και η προστασία των συμφερόντων της οδηγήσει σε πολιτικές αντιθέσεις μεταξύ της Βραζιλίας και οποιασδήποτε από τις σημερινές ηγετικές δυνάμεις του κόσμου.