Τα ακριβά ψάρια αντικαθίστανται από φθηνότερα, χαμηλότερης ποιότητας. Για παράδειγμα ο γάδος ή ο μπακαλιάρος εγκλεφίνος υποκαθίσταται από κίτρινο βακαλάο ή παγκάσιους, μόνο που η τιμή παραμένει ίδια.

Η ζήτηση για ψάρια αυξήθηκε εκθετικά μετά το σκάνδαλο γύρω από το κρέας, όταν ουσιαστικά σε ολόκληρη την Ευρώπη στα προϊόντα βοείου κρέατος εντοπίστηκε κρέας αλόγου. Οι πωλήσεις θαλασσινών τον τελευταίο μήνα αυξήθηκαν κατά 20 %. Δεν θα μπορούσαν να μην αξιοποιήσουν το γεγονός οι κακοπροαίρετοι παραγωγοί τροφίμων. Σχεδόν όλα τα θαλασσινά προϊόντα αγοράζονται σε ασιατικές χώρες για λόγους οικονομίας, εξηγεί η διευθύντρια της Εθνικής Ένωσης Γενετικής Ασφάλειας Γελένα Σαρόικινα:

Οι πωλητές προσπαθούν να αγοράσουν φθηνότερα προϊόντα. Και τα αγοράζουν σε λιγότερο πολιτισμένες χώρες από την άποψη της επιχειρηματικής κουλτούρας. Πολλά ψάρια προέρχονται από την Ασία. Και εκεί οι επιχειρηματικές αυτές δραστηριότητες είναι πιο αυθαίρετες. Και για να πουληθεί το προϊόν, αυτό γίνεται με άλλη ετικέτα, ώστε να είναι μεγαλύτερη η τιμή του.

Τα κατεψυγμένα θαλασσινά που εισάγονται μέσω του αεροδρομίου της Φρανκφούρτης και από εκεί στη συνέχεια διανέμονται στα σούπερ μάρκετ. Σε αυτά τα μαζικά διανεμόμενα φορτία συχνά συμπεριλαμβάνονται προϊόντα όχι της καλύτερης ποιότητας. Για να αποφευχθεί αυτή η αντικατάσταση του προϊόντος, είναι προτιμότερο να παραγγελθεί ξεχωριστή παράδοση. Ωστόσο κάθε άλλο παρά μπορούν όλοι να αντέξουν οικονομικά τις υπηρεσίες αυτές, λέει ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Γενετικής Ασφάλειας Αλεξάντρ Μπαράνοφ:

Η μεταφορά κοστίζει ακριβά. Η διακίνηση των ψαριών σε ψυγεία είναι αρκετά δύσκολη και δαπανηρή και αεροπορικώς ακόμη περισσότερο. Και μόνο τα μεγάλα εστιατόρια μπορούν να αντέξουν οικονομικά την αγορά ακριβών ψαριών. Όμως αυτά τα εστιατόρια προορίζονται για τη μεσαία τάξη και άνω, αλλά σε καμία περίπτωση για κατώτερο κοινό.

Προφανώς γι’ αυτό το λόγο τα υποκατάστατα γάδου και σφυρίδας στα αγαπημένα από τους Βρετανούς fish and chips εντοπίζονται στα εστιατόρια γρήγορου φαγητού. Η διαδικασία επεξεργασίας των τροφίμων είναι τόσο ανεπτυγμένη, ώστε η διάκριση του πραγματικά ποιοτικού ψαριού από το υποκατάστατό του μπορεί να γίνει μόνο από κάποιον γευσιγνώστη ή ειδικό, λέει ο πρόεδρος της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Καταναλωτικών Ενώσεων Ντμίτρι Γιάνιν:

Για παράδειγμα το σκουμπρί μπορεί να υποστεί τέτοια επεξεργασία, ώστε να ομοιάζει με το φιλέτο χελιού, δηλαδή, με πιο ακριβά είδη ψαριού. Όλα αυτά είναι δυνατά: τεχνητά αρώματα και χρώματα κάνουν τη δουλειά τους. Προφανώς αυτό θα συνεχιστεί και στο μέλλον, διότι τα τρόφιμα ακριβαίνουν συνολικά και οι παραγωγοί τους έχουν όλο και περισσότερα κίνητρα να αντικαταστήσουν την ακριβή πρώτη ύλη με φθηνή.

Την ίδια στιγμή, προσθέτει η εμπειρογνώμονάς μας, είναι αδύνατο να ξεκινήσει η αλλαγή της ετικέτας στα ψάρια μέσα σε ένα μήνα. Αυτή η ιστορία το πιθανότερο διαρκεί ήδη αρκετά χρόνια, αλλά μόλις τώρα ανακάλυψαν την απάτη. Στον τομέα της αλιευτικής βιομηχανίας πραγματοποιούνται τεράστιες απάτες, βασικός στόχος των οποίων είναι να πολλαπλασιαστούν τα κέρδη των παραγωγών. Τώρα το κύριο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι και οι Αρχές τους, επισημαίνει η Γελένα Σαρόικινα:

Η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με το γεγονός ότι το σύστημα ελέγχου της εισερχόμενης παραγωγής είναι ανεπαρκές. Από τη στιγμή, που διατροφικά σκάνδαλα συμβαίνουν τακτικά το τελευταίο διάστημα, είναι προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επανεξετάσει αυτά τα ζητήματα και κατά πάσα πιθανότητα θα επινοηθεί ένα νέο σύστημα στην εσωτερική αγορά.

Οι Ευρωπαίοι πρέπει να επισπεύσουν τις αποφάσεις τους. Τα παραδείγματα πώλησης μη ποιοτικών προϊόντων αυξάνεται διαρκώς και οι καταναλωτές τείνουν να εμπιστεύονται όλο και λιγότερο τους προμηθευτές τους. Η ιστορία με τις κρεατόπιτες χωρίς κρέας στην Ισλανδία, το δηλητηριώδες γάλα στη Σερβία, οι τοξίνες στο ισπανικό τυρί και το πρόσφατο σκάνδαλο με το κρέας αλόγου στην Ευρώπη οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι νομοτελειακές οι διατροφικές απάτες στην Ευρώπη. Οι ειδικοί προτείνουν διάφορες λύσεις για το πρόβλημα: από την προσεκτική εξέταση όλων των προϊόντων στα καταστήματα, έως την αλλαγή των ετικετών στις συσκευασίες των προϊόντων. Είναι απαραίτητο να αποφασιστεί και ένα άλλο, όχι λιγότερο σημαντικό, πρόβλημα: να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών.