Το SIPRI υπολογίζει τα χρηματικά μεγέθη των εξαγωγών βάσει των στοιχείων για τον πραγματικό όγκο των παραδόσεων. Αυτοί οι υπολογισμοί οδηγούν σε υπερεκτίμηση της αξιολόγησης για τις αναπτυσσόμενες χώρες και μείωση των επιτευγμάτων των ανεπτυγμένων κρατών.

Για παράδειγμα το αμερικανικό τεθωρακισμένο όχημα προς εξαγωγή θα είναι όντως τεχνικά πιο περίπλοκο και ακριβότερο από το κινεζικό ή το ρωσικό, ενώ στην κατάταξη υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο (με μια μικρή διόρθωση για τις διαφορές σε επιμέρους τεχνικά-τακτικά χαρακτηριστικά). Εάν υπήρχε δυνατότητα να συγκεντρωθούν στοιχεία σχετικά με την πραγματική εμπορική αξία των συμβάσεων των συμβολαίων εξαγωγής, τότε ο ρόλος της Κίνας και της Ρωσίας (που καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση) θα ήταν στην κατάταξη αυτή πολύ πιο περιορισμένος.

Την ίδια στιγμή οι υπολογισμοί του SIPRI αντικατοπτρίζουν σαφώς την υπάρχουσα τάση για επιστροφή της Κίνας μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων όπλων. Αυτό δεν θα συμβεί για πρώτη φορά: τη δεκαετία του 1980 η Κίνα επίσης συγκαταλεγόταν μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων όπλων χάρη στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών όπλων τη δεκαετία του 1980 είναι ενδιαφέρουσα, λόγω του ότι έλαβε χώρα στο πλαίσιο μιας βαθιάς τεχνολογικής κρίσης στην αμυντική βιομηχανία της ΛΔ Κίνας, που συνέχιζε να παράγει κυρίως εξοπλισμό σύμφωνα με τα σοβιετικά σχέδια της δεκαετίας του 1950.

Η ζήτηση για κινεζικό εξοπλισμό προκλήθηκε από τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ: κινεζικά άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα και συστήματα πυροβολικού παραδίδονταν και στη Βαγδάτη και στην Τεχεράνη κατά εκατοντάδες. Για τις εμπόλεμες χώρες στην πρώτη θέση αναδεικνύεται η απλότητα, το χαμηλό κόστος της στρατιωτικής παραγωγής και οι περιορισμένες προθεσμίες παράδοσης. Μετά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ οι κινεζικές εξαγωγές όπλων αντιμετώπισαν μια μακρά περίοδο πτώσης, που οφειλόταν, από τη μία πλευρά, στο χαμηλό τεχνολογικά επίπεδο των κινεζικών όπλων, από την άλλη, στην εμφάνιση τη δεκαετία του 1990 μιας τεράστιας δευτερογενούς αγοράς συγκριτικά προηγμένων όπλων από τις χώρες του πρώην σοβιετικού στρατοπέδου. Αυτό οδήγησε στη διατήρηση της πτώσης των κινεζικών πωλήσεων για πολλά χρόνια.

Νέα αύξηση των κινεζικών εξαγωγών όπλων σημειώθηκε τη δεκαετία του 2000. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Κίνα είχε κατορθώσει να αφομοιώσει πολλές ρωσικές και δυτικές τεχνολογίες, που είχαν εμφανιστεί τη δεκαετία του 1980 και του 1990. Η χώρα καθιέρωσε την παραγωγή αρκετών τύπων ελικοπτέρων στη βάση γαλλικών σχεδίων, τριών ταυτοχρόνως τύπων μαχητικών τέταρτης γενιάς με χρήση ρωσικής και ισραηλινής τεχνολογίας, πολλών νέων ειδών τεθωρακισμένων οχημάτων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI, το 55 % των κινεζικών εξαγωγών όπλων αντιστοιχεί στο Πακιστάν, του οποίου η αγορά κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο παγκόσμιο εμπόριο όπλων: οι περισσότεροι μεγάλοι κατασκευαστές φοβούνται να παραδώσουν όπλα τους στο Πακιστάν, για να μην χαλάσουν τις σχέσεις τους με τον υπ’ αριθμόν 1 παγκόσμιο εισαγωγέα όπλων, την Ινδία (12 % του συνόλου των παγκόσμιων εισαγωγών όπλων, σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI). Η Κίνα, με τις πολύπλοκες πολιτικές σχέσεις της με την Ινδία και την de facto συμμαχία με το Πακιστάν, αποτελεί ουσιαστικά έναν μονοπωλιακό προμηθευτή στην πακιστανική αγορά.

Μεταξύ Κίνας και Πακιστάν έχει αναπτυχθεί συνεργασία για τα «βαριά» και υψηλού κόστους οπλικά συστήματα, όπως τα μαχητικά αεροπλάνα FC-1, ο τηλεκατευθυνόμενος αεροπορικός εξοπλισμός, τα τεθωρακισμένα, τα αντιαρματικά και αντιαεροπορικά βλήματα, τα πολεμικά πλοία.

Αδύνατο σημείο των κινεζικών εξαγωγών όπλων παραμένει η εξάρτησή τους από την προμήθεια ξένων εξαρτημάτων και πρωτίστως κινητήρων. Από τα προτεινόμενα προς εξαγωγή κινεζικά αεροσκάφη, εξοπλίζονται με ρωσικούς κινητήρες τα μαχητικά FC-1, J-10, ενώ ουκρανικοί κινητήρες εγκαθίστανται στα εκπαιδευτικά-μαχητικά αεροπλάνα K-8, L-15.

Τα κινεζικά προς εξαγωγή ελικόπτερα εξοπλίζονται με γαλλικούς κινητήρες Turbomeca Arriel 2. Το βασικό προς εξαγωγή κινεζικό άρμα μάχης ΜΒΤ-2000 είναι εξοπλισμένο με ουκρανικούς κινητήρες. Ηλεκτρονικά εξαρτήματα, συμπεριλαμβανομένων και των λέιζερ κεφαλών αυτοπροσανατολισμού αγοράζονται από ξένους κατασκευαστές για μια σειρά κινεζικών πυραυλικών όπλων.

Η κατάσταση αυτή επιτρέπει στους προμηθευτές των εξαρτημάτων να εμποδίζουν τις κινεζικές εξαγωγές όπλων σε ξένες αγορές κατά βούληση. Η κινεζική βιομηχανία εργάζεται για να ξεπεραστεί αυτή η εξάρτηση, αλλά αυτό θα απαιτήσει πολλά χρόνια.

Στο βαθμό, που αυξάνεται το τεχνολογικό επίπεδο στην κινεζική αμυντική βιομηχανία παρατηρείται και μια ταχεία αύξηση των μισθών. Σε ορισμένους κλάδους υπερβαίνουν τους μέσους μισθούς στις αντίστοιχες περιοχές της ΛΔ Κίνας. Στην πυραυλική και αεροπορική βιομηχανία οι μισθοί μπορούν να συγκριθούν με τους μισθούς αντίστοιχων ρωσικών εταιρειών ή και να τους ξεπερνούν. Η Κίνα οριστικά παύει να είναι προμηθευτής «απλών και φθηνών» όπλων και μετατρέπεται σε έναν προμηθευτή παγκοσμίου επιπέδου, ο οποίος πρέπει να κερδίσει μια θέση στην παγκόσμια αγορά εκτός του Πακιστάν.