Πολλοί ερευνητές συγκλίνουν στην άποψη ότι το μυστηριώδες ουράνιο σώμα χτύπησε στο βόρειο άκρο της χερσονήσου του Γιουκατάν στο Μεξικό. Μετά την πρόσκρουση σχηματίστηκε ο κρατήρας Τσικσουλούμπ διαμέτρου 180 χιλιομέτρων. Το ένα του μισό έπεσε στην ξηρά και το άλλο στα νερά του Κόλπου του Μεξικού. Την προέλευση του Τσικσουλούμπ από πρόσκρουση μαρτυρούν τα χαρακτηριστικά λειωμένα πετρώματα, καθώς και η αυξημένη περιεκτικότητά τους στο πολύ βαρύ μέταλλο ιρίδιο, το οποίο υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν υπάρχει στη Γη.

Κατά τις εκτιμήσεις του Τζέισον Μουρ τα παλαιότερα δεδομένα για το ιρίδιο ήταν λανθασμένα. Στην πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο, πράγμα, που συνδυάζεται λογικά με την περιεκτικότητα του κρατήρα σε όσμιο, ενός ακόμη βαρέος μετάλλου μη γήινης προέλευσης. Από εδώ προκύπτει ότι ο συνολικός όγκος των μη γήινων βραχωδών πετρωμάτων, που κατέπεσαν κατά τη σύγκρουση, επίσης δεν είχε υπολογιστεί σωστά και επομένως το «ξένο» ουράνιο σώμα μόλις έφτανε τα 10 χιλιόμετρα σε διάμετρο. Αλλά για να δημιουργήσει έναν τόσο μεγάλο κρατήρα, έπρεπε να κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Έτσι κινούνται μόνο οι κομήτες, συμπεραίνει ο επιστήμονας.

Η εκδοχή του Mουρ δεν ακυρώνει κατηγορηματικά τις υπόλοιπες. Για παράδειγμα μπορείτε κανείς να εικάσει ότι ήταν παρ’ όλ’ αυτά ένας αστεροειδής. Συντρίμμια του παρέμειναν στη Γη λίγα, γιατί το μεγαλύτερο μέρος τους εγκατέλειψε με διαστημική ταχύτητα τη βαρύτητα της Γης. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν η Γη και το ουράνιο σώμα είχαν τροχιές, που διασταυρώνονταν και το χτύπημα έγινε στην εφαπτομένη τους. Αυτό επιβεβαιώνεται εμμέσως και από το γεγονός ότι ο κρατήρας έχει ένα ελαφρώς οβάλ σχήμα. Σύμφωνα με τις προηγούμενες υποθέσεις, ο δέκα χιλιομέτρων ογκόλιθος ήταν και ο ίδιος συντρίμμι από τη σύγκρουση δύο μεγάλων ουράνιων σωμάτων στη «ζώνη των αστεροειδών» πριν από 160 εκατομμύρια χρόνια και πριν συγκρουστεί με τη Γη σχεδόν επί 100 εκατομμύρια χρόνια περιπλανιόταν στο Διάστημα.

Οι διαφωνίες σχετικά με το αν ήταν κομήτης ή αστεροειδής δεν θα υποχωρήσουν επί μακρόν. Αν και το σενάριο περαιτέρω εξέλιξης των πραγμάτων είναι περίπου κατανοητό. Μετά την πρόσκρουση του ουράνιου σώματος ολόκληρη η Γη καλύφθηκε από ένα γιγάντιο σύννεφο σκόνης, που εγκαταστάθηκε για χρόνια. Σημειώθηκε πλανητική ψύχρανση του κλίματος. Στερημένα το ηλιακό φως άρχισαν να πεθαίνουν τα φυτά και μετά από αυτά και τα ζώα σε ολόκληρη την τροφική αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων και των ογκωδών δεινοσαύρων, συνολικά του 75 % των χερσαίων ειδών.

Παρ’ όλ’ αυτά κάθε άλλο παρά όλοι οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν. Μερικοί από αυτούς κατάφεραν να επιζήσουν του ψύχους εκείνης της θεομηνίας και οι απόγονοί τους, που τους ονομάζουμε πτηνά, ζουν έως και σήμερα ανάμεσά μας.