Οι πρώτες μεγάλες προμήθειες των σοβιετικών πολεμικών αεροσκαφών, υποβρυχίων και άλλων οπλισμών στη μεταπολεμική Κίνα πραγματοποιούνται από τη δεκαετία του 1950 έως αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν η ΕΣΣΔ είχε στην πράξη εξοπλίσει το Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της Κίνας (ΛΑΣΚ). Η περίοδος ρήξης των σχέσεων που ακολούθησε, οδήγησε την Κίνα σε ένα απότομο χάσμα στην ανάπτυξη της σύγχρονης στρατιωτικής τεχνολογίας, και μετά από την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Πεκίνου και της Μόσχας ακολούθησε ο δεύτερος γύρος, όταν η Κίνα έλαβε τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες εκείνης της εποχής, οι οποίες είχαν ξεκινήσει τη μαζική παραγωγή τη δεκαετία του 1980.

Η βοήθεια αυτή επέτρεψε στην Κίνα να επαναξοπλίσει το στρατό και το στόλο, όμως με την ανάπτυξη της διαδικασίας προέκυψαν προβλήματα: ένα σημαντικό μέρος των αναπτυσσόμενων προγραμμάτων της κινεζικής στρατιωτικής τεχνολογίας δημιουργείται με τη χρήση ξένων τεχνολογιών, συχνά με την άμεση συμμετοχή ξένων σχεδιαστικών γραφείων, τα οποία εκτελούν κινεζική παραγγελία, γεγονός το οποίο οφειλόταν στη δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε τη δεκαετία του 1990 – αρχές της δεκαετίας του 2000.

Έτσι, είναι επιβεβαιωμένα γνωστό για συμμετοχή Ρώσων ειδικών στα προγράμματα δημιουργίας των μαχητικών αεροσκαφών J-10, JF-17, του εκπαιδευτικού αεροσκάφους L-15. Η αντιγραφή του μαχητικού αεροσκάφους Su-27SK και η μετατροπή του στο κινεζικό J-11 κατέστη δυνατή χάρη της απόκτησης των σχεδιαστικών εγγράφων του αεροσκάφους αυτού. Τα έγγραφα αυτά σε συνδυασμό με το αεροσκάφος Τ-10Κ (Su-33) που παρέλαβαν από την Ουκρανία, διευκόλυνε την Κίνα στη δημιουργία του μαχητικού αεροσκάφους θαλάσσης J-15.

Το «Ρωσικό ίχνος» (καθώς και τα ίχνη των ειδικών από την Ουκρανία) σημειώνονται και σε πολλά άλλα προγράμματα, μόνο και μόνο η απαρίθμηση των οποίων θα πάρει αρκετή ώρα.

Παρ’ όλα τα επιτεύγματα που κατέστησαν δυνατά χάρη στη συνεργασία με τη Ρωσία, η Κίνα μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να φτάσει στο απαιτούμενο επίπεδο της τελειότητας των δικών της προγραμμάτων, παρά το γεγονός ότι οι γείτονες συνέχιζαν την ανάπτυξη. Τα εκσυγχρονισμένα Su-27, για να μην αναφέρουμε τα Su-35, ξεπερνούν κατά πολύ τα Su-27SK, τα οποία κάποτε είχαν προμηθευτεί στην Κίνα και τα αυτά J-11 που είχαν αντιγραφεί από αυτά.

Ίδια περίπου είναι και η κατάσταση με τα υποβρύχια. Τα κατασκευαζόμενα σήμερα στη Ρωσία υποβρύχια της σειράς 636Μ και 677 διαθέτουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από τα υποβρύχια της «πιο παλιάς» σειράς 636, και ταυτόχρονα η Κίνα έχει προβλήματα με την ανάπτυξη και την κατασκευή των δικών της ντίζελ υποβρυχίων νέας γενιάς.

Ένα από τα κύρια προβλήματα της ρωσο-κινεζικής στρατιωτικής τεχνολογικής συνεργασίας αποτελεί η παραδοσιακή για την Κίνα παράνομη αντιγραφή των τεχνολογιών, η οποία κατά τη περίοδο από 1990-2000 είχε επιδεινωθεί με την εργασία των σχεδιαστικών γραφείων, τα οποία εκτελούσαν κινεζικές παραγγελίες. Σε αυτές τις συνθήκες δεν θα ήταν λογικό να δοθεί στην Κίνα ένα από τα πιο σύγχρονα πολεμικά αεροσκάφη όπως είναι το Su-35, και μάλιστα σε μια σχετικά μικρή παρτίδα. Έτσι, όλοι θυμούνται το συμβόλαιο προμήθειας 24 μαχητικών αεροσκαφών Su-30MK2 στις αρχές της δεκαετίας του 2000, βάσει των οποίων η Κίνα δημιούργησε τελικά το πολυλειτουργικό μαχητικό αεροσκάφος J-16. Σχολιάζοντας τη δυνατότητα σύναψης ενός συμβολαίου για τα Su-35, ακόμη και πέρσι πολλοί ειδικοί τόνιζαν ότι ένα παρόμοιο συμβόλαιο πρέπει να υπογράφεται για τουλάχιστον 50 αεροσκάφη, και ακόμα καλύτερα για 100 και παραπάνω, προβλέποντας παράλληλα ένα σημαντικό πρόστιμο σε περίπτωση ακύρωσης, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη της κατάστασης με το συμβόλαιο προμήθειας 200 αεροσκαφών Su-27SK το οποίο ακυρώθηκε από το Πεκίνο μετά από την παραλαβή των πρώτων 105 αεροσκαφών, και στη συνέχεια η Κίνα ξεκίνησε την κατασκευή των αντιγραμμένων από αυτά J-11, δημιουργημένων, μεταξύ των άλλων, και με τη βοήθεια των εγγράφων που είχαν ληφθεί από το σχεδιαστικό γραφείο Σουκχόι.

Η κατάσταση με τα υποβρύχια είναι κάπως διαφορετική. Η ανάπτυξη της ισχύς του πολεμικού ναυτικού του ΛΑΣΚ απειλεί πρώτα απ’ όλα την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, ενώ η αντιγραφή ενός υποβρυχίου είναι μια διαδικασία πολύ πιο χρονοβόρα και επίπονη, και εδώ τα συμφέροντα της Ρωσίας δεν επηρεάζονται σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο στην περίπτωση με την προμήθεια των μαχητικών αεροσκαφών. Σε γενικές γραμμές, σχολιάζοντας τη συμφωνία που υπεγράφη, μπορούμε να ελπίζουμε ότι οι όροι της τελικής σύμβασης θα ανταποκρίνονται περισσότερο στα συμφέροντα του ρωσικού κράτους.

Ιλιά Κράμνικ