«Η Εταιρεία του Ιησού», η αλλιώς το Τάγμα των Ιησουιτών, ιδρύθηκε το 1534 όταν η Μεταρρύθμιση και ο Πόλεμος των Χωρικών τάραζαν την καθολική εκκλησία, η οποία όπως και σήμερα έχανε ραγδαία το κύρος της. Η κοινωνία απέρριπτε αποφασιστικά τους εκκλησιαστικούς δασμούς και κορόιδευε την ακριβή λατρεία. Πολλοί ήταν τότε αυτοί που θεωρούσαν ότι οι ημέρες της καθολικής εκκλησίας είναι μετρημένες.

Είναι φανερό ότι η εκκλησία δεν μπορούσε να μην αισθανθεί την απειλή. Ο Πάπας Παύλος Γ΄, ιδρύοντας ένα νέο Τάγμα, ανακοίνωσε ότι ο στόχος του είναι η επιστροφή του ασώτου λαού πίσω στους τοίχους της εκκλησίας. Οι βασικές αρχές της δημιουργίας του τάγματος ήταν η αυστηρή πειθαρχία, η απόλυτη υπακοή των κατωτέρων στους ανωτέρους, το απόλυτο κύρος του επικεφαλής στρατηγού, εκλεγμένου εφ όρου ζωής, ο οποίος υπάγεται απευθείας στον Πάπα της Ρώμης. Το ηθικό σύστημα που αναπτύχθηκε από τους Ιησουίτες, το οποίο οι ίδιοι το ονόμαζαν ως «προσαρμοστικό», επειδή έδινε μια ευρεία δυνατότητα, ανάλογα με την περίπτωση, να ερμηνεύει τις θρησκευτικές και ηθικές απαιτήσεις. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη δημιουργία μιας εξαιρετικά ευέλικτης και ισχυρής οργάνωσης, η οποία γρήγορα επέκτεινε την δραστηριότητά της σε πολλές χώρες.

Παρά το γεγονός, ότι οι σύγχρονοι Ιησουίτες δεν διακρίνονται πολύ για την φιλοσοφία τους μεταξύ των άλλων καθολικών ταγμάτων, ένα μέρος των κριτικών πιστεύει ότι δεν έχουν απορρίψει ολοκληρωτικά την ηθική, η ουσία της οποίας είναι στο ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Εάν συνεχίσουμε περαιτέρω τους συλλογισμούς στο ίδιο πνεύμα, τότε μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι σήμερα το Βατικανό κάλεσε ξανά του Ιησουίτες, ώστε αυτοί να δώσουν στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία άλλη μια ευκαιρία, τουλάχιστον όσον αφορά την Ευρώπη.

Ωστόσο, πολλοί εμπειρογνώμονες δεν συμφωνούν με αυτό. Μιλά ο ορθόδοξος ιερέας Βλαντισλάβ Πετρουσκό.

- Τώρα μεταξύ των Ιησουιτών δεν υπάρχει η ενότητα στο θέμα των πολιτικών απόψεων. Είναι πολλές και διαφορετικές. Και οι λατινοαμερικανοί Ιησουίτες ξεχωρίζουν στο Τάγμα με το ότι ασχολούνται ενεργά με την κοινωνική δραστηριότητα. Αυτό εν μέρει μετατράπηκε στη λεγόμενη θεολογία της απελευθέρωσης – μιας προσπάθειας να συνδυάσουν τον μαρξισμό και την καθολική ιδέα. Όμως ο ίδιος ο Πάπας Φραγκίσκος τηρεί αρκετά συντηρητικές πεποιθήσεις. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι η εκλογή ενός Ιησουίτη να σημαίνει κάτι.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο μελλοντικός Φραγκίσκος πάντα προσπαθούσε να υπερασπίζεται την ενότητα του Ιησουιτικού κινήματος. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή την περίοδο του 1976-1983, ο Μπεργκόλιο τόνιζε την απολιτικότητα της εκκλησίας. Και οι κριτικοί των κατηγορούν γι’ αυτό. Ονομάζουν τη θέση του μελλοντικού Πάπα ως «συνεργασία με τη χούντα», διότι δεν ενέργησε με ανοικτό τρόπο κατά του καθεστώτος, θύματα του οποίου έγιναν χιλιάδες Αργεντινοί.

Κατά τα άλλα, είναι γνωστό ότι ο Φραγκίσκος είναι έτοιμος για έναν ασυμβίβαστο αγώνα σε θέματα σημαντικά για την εκκλησία. Έτσι, κατά τη διάρκεια πολλών ετών επανειλημμένα και αρκετά σκληρά ερχόταν σε αντίθεση με την κυβέρνηση, μερικές φορές παίρνοντας μια καθαρά αντίθετη θέση με το προεδρικό μέγαρο. Το 2010 ήταν κατά της ψήφισης του νόμου περί των ομοφυλοφιλικών γάμων, του πρώτου παρόμοιου στη Λατινική Αμερική, όπως επίσης και κατά του νόμου «για την ταυτότητα του φύλου», ο οποίος επέτρεπε στους τραβεστί και στους τρανσέξουαλ να επιλέγουν οι ίδιοι το φύλο τους.

Παρ’ όλα αυτά ο Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο, ο οποίος έγινε Πάπας Φραγκίσκος, είναι ένας εξαιρετικά σεμνός άνθρωπος. Δεν μιλά πολύ, είναι πάντα έτοιμος να βοηθήσει, μακριά από κάθε είδους μεγαλοπρέπεια και επίδειξη, αυστηρός προς τον εαυτό του –έτσι χαρακτηρίζουν τον Μπεργκόλιο όσοι ήταν κοντά του λόγω της υπηρεσίας στην εκκλησία ή στην κοινωνική ζωή.

Ντουζ Σεργκέι