Η Σεούλ ήδη είχε προσπαθήσει να κατασκευάσει βόμβα τη δεκαετία του ΄70, όμως τότε αυτές οι προσπάθειες κατεστάλησαν από τους Αμερικανούς, οι οποίοι φοβούνταν το «φαινόμενο του ντόμινο», δηλαδή της έναρξης εργασιών ανάπτυξης πυρηνικού όπλου στη Β. Κορέα, την Ιαπωνία και την Ταϊβάν. Αυτό θα μετέτρεπε τη Νοτιοανατολική Ασία σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του κόσμου. Σήμερα για τους ίδιους λόγους η Ουάσιγκτον δεν υποχωρεί στις παρακλήσεις της Σεούλ να επιτρέψει στη Νότια Κορέα να επιδοθεί στην κατεργασία του χρησιμοποιημένου καυσίμου των πυρηνικών ηλεκτρικών σταθμών, διότι ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας μπορεί να ληφθεί συστατικό στοιχείο πυρηνικής βόμβας.

Ωστόσο οι δηλώσεις ότι οι πυρηνικές δοκιμές της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κορέας απαιτούν κατάλληλη απάντηση, και αυτή η απάντηση μπορεί να είναι η δημιουργία πυρηνικού όπλου της Νότιας Κορέας, διατυπώνονται σήμερα στη Σεούλ όλο και πιό έντονα. Από τεχνική άποψη, για την υλοποίηση των πυρηνικών φιλοδοξιών δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα για τη Νότια Κορέα. Όντας βιομηχανικά αναπτυγμένη χώρα, μπορεί να δημιουργήσει μόνη της πυρηνική κεφαλή μάχης μέσα σε δυο περίπου χρόνια, χωρίς ιδιαίτερες επιβαρύνσεις για την οικονομία της.

Ωστόσο στο δρόμο της μετατροπής της Νότιας Κορέας σε πυρηνική δύναμη υπάρχουν πολιτικά εμπόδια. Και δεν εννοείται μόνο η αρνητική στάση των ΗΠΑ. Η δυνατότητα επιβολής διεθνών κυρώσεων για τη Νότια Κορέα είναι απειλή πολύ πιο σοβαρή, από ό,τι για τη Β. Κορέα.

Η Νότια Κορέα σε αντίθεση από τη βόρεια είναι χώρα δημοκρατική και με οικονομία της αγοράς, ενταγμένη στο παγκόσμιο σύστημα οικονομικών σχέσεων και εξαρτώμενη από αυτές. Οι Αρχές της Β. Κορέας μπορούν να δημιουργήσουν πυρηνικό όπλο χωρίς να νοιάζονται για τις συνέπειες, εφόσον η ΛΔΚ σχεδόν δεν αναπτύσσει δραστηριότητα στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου, από τον υπόλοιπο κόσμο σχεδόν δεν εξαρτάται, με μόνη εξαίρεση την εξάρτηση από την κινεζική βοήθεια. Όμως το Πεκίνο, παρόλες τις δοκιμές, δεν θα διακόψει τη βοήθεια προς την Πιονγιάνγκ. Εκτός αυτού, η Βόρεια Κορέα έχει σύστημα κληρονομικής δικτατορίας και η ηγεσία της δεν πολυνοιάζεται για τον λαό. Ο δε λαός, από την άλλη, δεν έχει ούτε την παραμικρή δυνατότητα επίδρασης στην πολιτική της ηγεσίας.

Στη Νότια Κορέα η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Η ευημερία του λαού της εξαρτάται από το εξωτερικό εμπόριο. Γι΄αυτό η επιβολή κυρώσεων κατά της Δημοκρατίας της Κορέας σε περίπτωση έναρξης δραστηριότητας για τη δημιουργία πυρηνικού όπλου, θα πλήξει οδυνηρά την οικονομία της χώρας και μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του υψηλού σήμερα βιοτικού επιπέδου της.

Είναι κατανοητό πως θα αντιδράσουν σ΄αυτό οι Κορεάτες εκλογείς – στις πρώτες εκλογές σίγουρα θα ψηφίσουν κατά της κυβέρνησης, οι πυρηνικές φιλοδοξίες της οποίας οδήγησαν τη χώρα στην κρίση.

Ίσως, η κατάσταση θα ακολουθούσε άλλη κατεύθυνση, αν η κοινωνία της Νότιας Κορέας είχε τη σαφή πεποίθηση ότι τα πυρηνικά όπλα χρειάζονται για την επιβίωση της χώρας. Τέτοια πεποίθηση, βάσιμη ή όχι, υπάρχει στην ισραηλινή κοινωνία. Ωστόσο στην Κορέα ομοθυμία γι΄αυτό το ζήτημα δεν υπάρχει.

Θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι οι Νοτιοκορεάτες πολιτικοί αυτό το αντιλαμβάνονται πολύ καλά και δεν θα αφήσουν τα συναισθήματα να τους παρασύρουν. Έτσι, οι κουβέντες για μια πυρηνική Νότια Κορέα, το πιθανότερο είναι ότι θα παραμείνουν κουβέντες. Και αυτό είναι καλό, κυρίως, για τους ίδιους τους Κορεάτες.