Μια ήρεμη ανάλυση δείχνει ότι οι βορειοκορεάτικες πυρηνικές δυνατότης είναι σε παγκόσμιο επίπεδο μηδαμινές και στο εγγύς μέλλον μάλλον απίθανο να φτάσουν σε κάποιο αισθητό επίπεδο. Οι βορειοκορεάτικοι πύραυλοι δεν αρκούν για να προκαλέσουν σοβαρή ζημιά στις πολεμικές δυνατότητες όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά ακόμη και της Νότιας Κορέας. Επιπλέον, η ηγεσία της Βόρειας Κορέας γνωρίζει πολύ καλά: το πρώτο χτύπημα κατά των ΗΠΑ ή κατά κάποιας άλλης πυρηνικής δύναμης, όπως και κατά κάποιου στρατηγικού συμμάχου μιας πυρηνικής δύναμης, θα προκαλέσει ένα άμεσο αντίποινο χτύπημα. Με αποτέλεσμα να χαθεί όχι μόνο ένα σημαντικό μέρος του βορειοκορεάτικου πληθυσμού, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της βορειοκορεάτικης ελίτ. Και τους Βορειοκορεάτες στρατηγούς και γραφειοκράτες που ως εκ θαύματος επιζήσουν σε υπόγεια καταφύγια, θα τους περιμένει το αντίστοιχο της δίκης της Νυρεμβέργης: ο κόσμος δεν θα συγχωρέσει στη βορειοκορεάτικη ηγεσία την παραβίαση του υπάρχοντος ταμπού για τη χρήση των πυρηνικών όπλων. Γι’ αυτό η ΛΔΚ μάλλον απίθανο να αποφασίσει να πραγματοποιήσει πρώτη ένα πυρηνικό χτύπημα κατά των ΗΠΑ, Ιαπωνίας είτε κατά της Νότιας Κορέας.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το βορειοκορεάτικο πυρηνικό πρόγραμμα είναι ακίνδυνο. Όντως είναι μια πραγματική απειλή για τον κόσμο. Όμως η απειλή αυτή είναι μάλλον έμμεση και όχι άμεση.

Πρώτον, το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας έχει δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Σε αντίθεση με τις τρεις «νέες» πυρηνικές δυνάμεις – την Ινδία, το Πακιστάν και το Ισραήλ, οι οποίες ουδέποτε υπέγραψαν τη Συνθήκη του 1968 για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, το Πιονγιάγκ αρχικά υπέγραψε τη Σύμβαση και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό για να αποκτήσει πρόσβαση στις πυρηνικές τεχνολογίες, και μετά αποχώρησε μονομερώς από τη Συνθήκη. Εάν η πράξη αυτή μείνει ατιμώρητη, τότε οι άλλες χώρες-μέλη της Συνθήκης του 1968 θα μπουν στον πειρασμό να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας.

Δεύτερον, υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα ότι η ηγεσία της Βόρειας Κορέας θα πουλά τις πυρηνικές τεχνολογίες και εξοπλισμό σε αυτούς, που θα είναι πρόθυμοι να πληρώσουν γι’ αυτό καλά χρήματα.

Τρίτον, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το γεγονός ότι κατά την παραγωγή και μεταφορά των πυρηνικών όπλων μπορούν να προκύψουν σοβαρά ατυχήματα. Μάλιστα, υπάρχει η πιθανότητα της μη εξουσιοδοτημένης εκτόξευσης βορεικορεάτικων πυραύλων, η οποία θα οφείλεται σε τεχνικό σφάλμα.

Τέταρτον, υπάρχει μια μικρή, αλλά πραγματική πιθανότητα ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας θα προκαλέσει μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στην Ανατολική Ασία και τελικά πυρηνικά όπλα θα αποκτήσουν η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν.

Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να χαιρόμαστε για την επιτυχία των Βορειοκορεατών ειδικών στις πυραυλικές και πυρηνικές τεχνολογίες. Ως αποτέλεσμα των προσπαθειών τους ο κόσμος μας γίνεται ένα πιο επικίνδυνο μέρος. Ωστόσο δεν πρέπει να πηγαίνουμε και στο άλλο άκρο – να υπερβάλουμε δηλαδή τον κίνδυνο από αυτές τις επιτυχίες.

Αντρέι Λανκόφ