Η Τουρκία, η οποία δεν είναι σε θέση να επηρεάσει την κατάσταση στα Βαλκάνια, στον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή, δεν θα μπορέσει ούτε να διατηρήσει τη δική ακεραιότητα σε ένα τόσο λεπτό γεωπολιτικό χώρο, ούτε να ανοίξει τον εαυτό της για τον κόσμο».

«Πρέπει να προσπαθήσουμε να υλοποιήσουμε, με τη βοήθεια πολυμερών και διμερών συμφωνιών, ένα σχέδιο μέγιστης μετατόπισης προς τη δύση σε επίπεδο Βαλκανίων, προς τη γραμμή ασφαλείας, που είχε δημιουργηθεί στην Ανατολική Θράκη την εποχή του «ψυχρού πολέμου».

«Ο Καύκασος στο χάρτη της ναυσιπλοΐας από τη Μαύρη Θάλασσα ως το Δούναβη είναι ένας από τους πυλώνες της στρατηγικής των Βαλκανίων, της στρατηγικής των στενών και γενικά της ευρασιατικής στρατηγικής (της Τουρκίας).»

Τι είναι αυτό, δηλώσεις ενός Τούρκου εξτρεμιστή και εθνικιστή;

Ίσως. Όμως είναι επίσης στην κυριολεξία τα λόγια του προφέσορα Αχμέτ Νταβούτογλου, νυν υπουργού Εξωτερικών και εμπνευστή της τουρκικής διεθνούς πολιτικής από το βιβλίο του του 2001 «Στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας». Εννοείται ότι ο υψηλόβαθμος προφέσορας εξετάζει και πολλά άλλα ζητήματα, ανάμεσα στα οποία είναι η επανειλημμένα αναφερόμενη θέση «Δεν υπάρχουν προβλήματα με τους γείτονες». Όμως αυτό δεν αποκλείει, ουσιαστικά, το ότι ως επιθυμητός στόχος προωθούνται οι αναγεννημένες και πολύ έντονα εκφρασμένες επεκτατικές βλέψεις της Τουρκικής Δημοκρατίας. Και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το ότι η εκφρασμένη στο βιβλίο σαν υπόθεση, σήμερα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της δράσης της Τουρκίας στο διεθνή στίβο.

Εννοείται ότι κανείς δεν αρνείται το δικαίωμα οποιουδήποτε κράτους να καθορίζει την εθνική του εξωτερική πολιτική ή να αγωνίζεται για την κατάκτηση δεσπόζουσας θέσης σε ζώνη, την οποία κατατάσσει στα εθνικά του συμφέροντα. Όμως σε τέτοια περίπτωση όλοι μας πρέπει να αξιολογήσουμε τις προοπτικές.

Δυστυχώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθοδηγούμενες από συγκυριακά συμφέροντα, προσποιούνται ότι δεν βλέπουν ή υποτιμούν το σενάριο του υπουργού Νταβούτογλου. Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξακολουθούν να φέρνονται επιεικώς στην Τουρκία, μάλιστα ορισμένες από αυτές της υπόσχονται εξωπραγματική ένταξη στην ΕΕ. Για το λόγο, όπως δηλώνουν, ότι η Τουρκία, χάρη στο μετριοπαθή ισλαμισμό της, αποτελεί απαραίτητη γέφυρα μεταξύ του χριστιανικού και του ισλαμικού κόσμου, μεταξύ της δημοκρατικής Ευρώπης και των χωρών της Μέσης Ανατολής, οι οποίες στον ένα ή τον άλλο βαθμό έχουν επηρεαστεί από την «αραβική άνοιξη». Υπολογίζουν και στο ρόλο της Άγκυρας ως αντίβαρου, το οποίο η τουρκική ηγεμονική επιδίωξη έχει εναντίον της παρόμοιας ιρανικής επιδίωξης.

Με άλλα λόγια, όλοι υποκρίνονται ότι δεν προσέχουν τη λεπτή τουρκική αυθάδεια στα Βαλκάνια, με αντάλλαγμα μια απατηλή δυνατότητα επιστροφής στο μέλλον στη Μέση Ανατολή. Οι δε ΗΠΑ προς το όφελος των Ευρωπαίων παραβλέπουν την ανυπακοή της Άγκυρας, ελπίζοντας να χρησιμοποιήσουν την Τουρκία προκειμένου, πρώτον, να σταματήσουν τον ιρανικό επεκτατισμό και, δεύτερον, να πιέσουν επιπρόσθετα τη Ρωσία.

Παρόλο που για το Κρεμλίνο είναι απόλυτα σαφής ο ρόλος που παίζουν οι Τούρκοι στις ταραχές στον Καύκασο και την Κ. Ασία, εν τούτοις επιτρέπει στις τουρκικές εταιρείες να αποκτούν όλο και μεγαλύτερη επιρροή στη ρωσική οικονομία. Στην πραγματικότητα ακριβώς οι τουρκικές εταιρείες έχουν μετατραπεί στη Ρωσία σε μεγάλους ομίλους. Και εργάζονται τόσο στις μεγαλύτερες ρωσικές πόλεις, όσο και στις Δημοκρατίες του Καυκάσου, όπου με δαπάνες δισεκ. ρουβλιών, τα οποία η Μόσχα επενδύει με ελπίδα για ειρήνευσή τους, αναπτύσσεται τεράστια οικοδομική δραστηριότητα.

Βέβαια, ο Ερντογάν δεν έχει σήμερα προθέσεις διακοπής των πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων με το ΝΑΤΟ. Πολύ περισσότερο που η γειτονία με τη Ρωσία, ανταγωνιστή της στον Καύκασο, κάνει αυτές τις σχέσεις συμφέρουσες για την Άγκυρα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο προφέσορας έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η στρατηγική του σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται ως ασυμβίβαστη ή συγκρουόμενη με τη Δύση και ιδίως με την Ευρώπη. Ωστόσο είναι ορθό και το ότι η «σύγχρονη» Τουρκία, την οποία υπονοεί, είναι νέα σύγχρονη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία μπορεί, από τη μια, να είναι «μεγάλη προστάτιδα» στην αραβική Μέση Ανατολή, και από την άλλη – να αποκτήσει και πάλι τη δική της «βαλκανική» και «κεντρασιατική» διάσταση.

Μάριο Σομόσα