Την Τρίτη στη Μόσχα διοργανώθηκε συνέντευξη Τύπου, όπου συζητήθηκαν τα αποτελέσματα του ρωσικού φασματόμετρου νετρονίων DAN, που μεταφέρεται από το Curiosity. Το DAN μελέτησε την κατανομή του υδρογόνου στα άνω στρώματα του εδάφους του Άρη. Η ύπαρξη υδρογόνου με μεγάλη πιθανότητα υποδηλώνει την ύπαρξη πάγου από νερό και όπως κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί στις περιοχές της διαδρομής του Curiosity, το μερίδιο του πάγου από νερό στο έδαφος σε μεμονωμένα σημεία ξεπερνούσε το 4 %.

Κατόπιν τούτου ακολούθησε η ανακοίνωση ότι η NASA προτίθεται να αποστείλει την επόμενη άκατο ερευνών στον Κόκκινο πλανήτη το 2020 κιόλας. Ας σημειώσουμε ότι εντελώς πρόσφατα η NASA ενέκρινε τη σχεδίαση και την εκκίνηση το 2016 του σκάφους InSight για να μελετήσει την εσωτερική δομή του Άρη.

Ωστόσο επαρκούν άραγε οι δυνάμεις και τα μέσα της NASA ή οποιασδήποτε άλλης διαστημικής υπηρεσίας, για να προχωρήσει μεθοδικά και με συνέπεια στην οδό, που έχει επιλεγεί, ή η ευφορία των τελευταίων μηνών αποτελεί απλώς ένα κύμα, που υψώθηκε χάρη στην επιτυχία του Curiosity και θα υποχωρήσει αμέσως μόλις μειωθεί το αρχικό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης;

Ως «κάδος με κρύο νερό» μπορεί να χαρακτηριστεί η έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνών των ΗΠΑ. Αν και οι συντάκτες της έκθεσης δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη σκοπιμότητα των ερευνών στον Άρη, επικρίνουν το επανδρωμένο πρόγραμμα της αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας. Όπως είναι γνωστό η NASA είχε στο παρελθόν δηλώσει ότι επιθυμεί να στείλει επανδρωμένη αποστολή σε αστεροειδή μέχρι το 2025, αλλά μέχρι στιγμής το σχέδιο αυτό δεν θεωρείται οριστικό ούτε «από τους εργαζομένους στην ίδια τη NASA, ούτε από το έθνος στο σύνολό του, ούτε από τη διεθνή κοινότητα», για να παραθέσουμε εκτιμήσεις του καθηγητή Άλμπερτ Κερνσέιλ, προέδρου της Επιτροπής, που συνέταξε την έκθεση. Εκτός αυτού είναι ακόμη ζωντανές στη μνήμη οι περικοπές του προϋπολογισμού κατά το παρελθόντα έτη, οι οποίες παρεμπιπτόντως επηρέασαν αρκετά έντονα ειδικά το πλανητικό πρόγραμμα και αυτός ήταν λόγος που η NASA αναγκάστηκε να αποσυρθεί από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «EkzoMars».

Οι συντάκτες της έκθεσης εκφράζουν φόβους ότι ο όγκος των σχεδίων, που έχουν ανακοινωθεί, απλώς δεν μπορούν να συγκριθούν με τον προϋπολογισμό και προτείνουν στη ΝASA μεταξύ άλλων, να συνεργαστούν πιο ενεργά με άλλες κυβερνητικές διαστημικές υπηρεσίες, ιδιωτικές επιχειρήσεις και ξένους εταίρους.

Παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα των ΗΠΑ είναι δύσκολο να συγκριθούν με ό,τι συμβαίνει στη διαστημική επιστήμη της Ρωσίας, ανάμεσα στις δύο διαστημικές δυνάμεις υπάρχει και κάτι κοινό. Όπως και στις ΗΠΑ, στη Ρωσία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε (και μέχρι στιγμής ακόμη δεν έχει πλήρως σχεδιαστεί) μια ενιαία στρατηγική εξερεύνησης του Διαστήματος. Κάτι παρόμοιο με αυτό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στις μη επανδρωμένες πλανητικές έρευνες, άρχισε να διαμορφώνεται μετά την καταστροφή του «Phobos-Grunt», η οποία κατέδειξε με σαφήνεια την ανάγκη για σταδιακή σχεδίαση διαφόρων στοιχείων των διαπλανητικών αποστολών. Το αποτέλεσμα ήταν η αναθεώρηση του σεληνιακού προγράμματος, το οποίο τώρα έχει όχι μόνο ερευνητικούς, αλλά και τεχνικούς στόχους. Ειδικά στις σεληνιακές αποστολές τεχνολογίες σχεδιάζεται να δοκιμαστούν οι τεχνολογίες, οι οποίες αργότερα θα απαιτηθούν για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα «EkzoMars», στο οποίο η Ρωσία εντάχθηκε μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ.