Η ίντριγκα έγκειται στο ότι ο πρόεδρος Μονσέφ Μαρζούκι εξελέγη από το Κοινοβούλιο. Και εκεί η πλειονότητα των θέσεων ανήκει στους ισλαμιστές του κόμματος «Αν-Νάχντα». Ο πρώην αντικαθεστωτικός και υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φάνηκε στους ισλαμιστές ιδανική υποψηφιότητα για το αξίωμα του προέδρου κατά τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία.

Τώρα ο πρόεδρος επιτέθηκε εναντίον εκείνων, που τον είχαν βοηθήσει να καταλάβει το υψηλό αξίωμα. Κατηγόρησε την «Αν-Νάχντα» ότι επιδιώκει να θέσει υπό τον έλεγχό της όλους τους διοικητικούς και πολιτικούς μοχλούς. Αυτό του θύμισε την εποχή της δικτατορίας. Τώρα η κύρια εξουσία στη χώρα είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της κυβέρνησης, όπου οι ισλαμιστές κυριάρχησαν από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας της.

Οι τεχνοκράτες στο υπουργικό συμβούλιο αισθάνθηκαν άβολα αφότου άρχισαν να κατηγορούν τον ηγέτη της «Αλ-Nάχντα» Ρασίν Γκανούσι για αυταρχισμό. Και πρωτίστως για την επιδίωξή του να παίξει το ρόλο του «γκρίζου καρδιναλίου» και να καθορίζει την πολιτική της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής στελεχών. Μάλιστα ο ηγέτης των ισλαμιστών δεν κατέχει κάποιο επίσημο αξίωμα στην κρατική ιεραρχία. Ωστόσο οι ειδικοί άρχισαν όλο και συχνότερα να τον συγκρίνουν με τον πρώην πρόεδρο της Τυνησίας Ζιν αλ-Αμπιντίν Μπεν Αλί, ο οποίος ανατράπηκε κατά τη διάρκεια της «αραβικής άνοιξης». Σήμερα λόγος γίνεται για το διχασμό της εξουσίας στην Τυνησία, θεωρεί ο αναπληρωτής διευθυντής του Ινστιτούτου Αφρικής της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών Ντμίτρι Μπονταρένκο:

Η διάσταση μεταξύ του προέδρου και των ισλαμιστών σημαίνει ότι ο πρόεδρος και η διοίκησή του, εκείνοι, που βρίσκονται πίσω απ’ αυτόν, επιδιώκουν να διατηρήσουν την Τυνησία στο πλαίσιο, που ορίζει το αρκετά μετριοπαθές Ισλάμ. Από την άλλη πλευρά επιδιώκουν να διατηρήσουν εκείνες τις πτυχές της δημόσιας ζωής και της νομοθεσίας, οι οποίες επέτρεπαν στην Τυνησία να θεωρείται χώρα, όπου κυριαρχούν οι κοσμικοί νόμοι. Δηλαδή, η ιδέα ήταν από τη μία πλευρά η Τυνησία να είναι μια ισλαμική χώρα και από την άλλη το Ισλάμ να μην έχει υπερβολικά ενταχθεί στην πολιτική, ώστε το Ισλάμ να υφίσταται σε επίπεδο κυρίως πολιτισμού, στο επίπεδο της καθημερινής ζωής.

Μέχρι στιγμής η Τυνησία εθεωρείτο βιτρίνα της «αραβικής άνοιξης». Σε αντίθεση με τη Λιβύη, την Αίγυπτο, την Υεμένη και τη Συρία, όπου η επανάσταση ήταν σχεδόν αναίμακτη. Εν τω μεταξύ δεν αποκλείεται ότι οι εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας και ο βαθύς διχασμός της εξουσίας ωθούν την Τυνησία στο χείλος μιας νέας, αλλά κάθε άλλο παρά ειρηνικής επανάστασης.



Κονσταντίν Γκαρίμποφ