Οι πολιτικοί αντίπαλοι και οι δημοσιογράφοι της αντιπολίτευσης επανειλημμένως έχουν κατηγορήσει τον πρόεδρο για τη δημιουργία ενός δικτατορικού συστήματος διεύθυνσης του κράτους, για κατάπνιξη της αντιπολίτευσης και χρήση του καταπιεστικού μηχανισμού των δικαστηρίων στην πολιτική αντιπαράθεση. Αυτές οι κατηγορίες εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από τις άκρως αμφιλεγόμενη βιογραφία του ίδιου του Τραϊάν Μπεσέσκου, τον οποίον πολλοί θεωρούν συνεργάτη των μυστικών υπηρεσιών του Νικολάε Τσαουσέσκου.

Ο πρώην προσωπάρχης του Αμερικανού προέδρου Κλίντον Τζον Ποντέστα θεωρεί ότι ο Τραϊάν Μπεσέσκου είναι «πρώην καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού, ο οποίος εργαζόταν για τη Σεκουριτάτε ως την επανάσταση του 1989». Δεν υπάρχουν λόγοι να θωρήσει κανείς ότι ο Αμερικανός αξιωματούχος είναι κακά πληροφορημένος για τη βιογραφία του αποπεμφθέντος Ρουμάνου προέδρου, ιδιαίτερα αν υπολογίσουμε τη στρατηγική εταιρική σχέση, που εγκαθιδρύθηκε μεταξύ Ρουμανίας και ΗΠΑ την περίοδο της προεδρίας Κλίντον. Ο τρόπος με τον οποίο ο Τραϊάν Μπεσέσκου χρησιμοποιεί τη δικαιοσύνη και την εισαγγελία για να εμποδίσει τη δραστηριότητα των αντιπάλων του, επιβεβαιώνει επιπροσθέτως το δίκαιο του λόγου του Τζον Ποντέστα.

Τα γεγονότα της τελευταίας θητείας του προέδρου Μπεσέσκου παρέχουν τη βάση για να εκτιμήσει κάποιος ότι η Ρουμανία κυβερνάται από στρατιωτική χούντα. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ένας μεγάλος αριθμός κομβικών αξιωματούχων, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων εντάχθηκαν σε ένα παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης του κράτους. Η διαδικασία αυτή είχε την εξής μορφή: εάν ο αξιωματούχος, ο επιχειρηματίας ή ο δημοσιογράφος αποδείκνυε την αφοσίωσή του στα συμφέροντα του Τραϊάν Μπεσέσκου, αποκτούσε τον βαθμό του συνταγματάρχη, ακόμη κι αν ποτέ δεν είχε υπηρετήσει στο στρατό και του παρεχόταν κάθε υποστήριξη. Οι πολιτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι της αντιπολίτευσης αντιθέτως παρεμποδίζονταν. Οι πολιτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι, που αναδεικνύονταν, κυριολεκτικά μέσα σε μία νύχτα, συνταγματάρχες, απέκτησαν το παρατσούκλι «οι συνταγματάρχες του Μπεσέσκου».

Το αποτέλεσμα ήταν στη «δημοκρατική» Ρουμανία ο φιλοπροεδρικός Τύπος να διευθύνεται από τους «συνταγματάρχες του Μπεσέσκου», ο επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας να είναι «συνταγματάρχης», οι επικεφαλής της τοπικής εκτελεστικής εξουσίας να είναι σχεδόν αποκλειστικά «συνταγματάρχες», ο γενικός εισαγγελέας, επίσης «συνταγματάρχης». Στο βαθμό που η πολιτική κρίση οξύνεται, η επιρροή αυτής της παράλληλης εξουσίας, η οποία διείσδυσε σε όλες τις δομές του κράτους, καθίσταται όλο και πιο αισθητή. Γεννάται το φυσιολογικό ερώτημα: γιατί χρειάστηκε να δημιουργηθούν παρόμοιες δομές;

Εάν ο Τραϊάν Μπεσέσκου όντως «εργαζόταν στην Σεκουριτάτε», τότε η απάντηση είναι σαφής. Έτσι εξηγείται και η επιθετική αντίδραση του αποπεμφθέντος προέδρου στην κριτική του Τύπου προς το πρόσωπό του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες γίνεται κατανοητή και η βεβαιότητα μερίδας του ρουμανικού Τύπου και του ίδιου του Μπεσέσκου ότι η «Φωνή της Ρωσίας» «διανέμει οδηγίες» για τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους της αντιπολίτευσης. Ο Τσαουσέσκου παρεμπιπτόντως τις τελευταίες του ημέρες επίσης θεωρούσε ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πεινασμένοι διαδηλωτές μπροστά στο ανάκτορό του ήταν πράκτορες και δολιοφθορείς ξένων μυστικών υπηρεσιών.