«Η πολιτική νομιμοποίηση του προέδρου είναι προφανές ότι θα αδυνατίσει», επικαλείται τον σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό η Wall Street Jornal. Όπως είπε ο Πόντα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει την υλοποίηση των προγραμμάτων, που έχει προσδιορίσει, καθώς θεωρεί ότι το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος αποτέλεσε επίδειξη υποστήριξης των ψηφοφόρων στη γραμμή της κυβέρνησης. Ο πρόεδρος Μπεσέσκου, αντιθέτως, δήλωσε ότι οι Ρουμάνοι, με το να μην εμφανιστούν στα εκλογικά τμήματα για την ψηφοφορία, «αποδυνάμωσαν» τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος.

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις εξόδου από τα εκλογικά τμήματα, περίπου 86% των ψηφοφόρων ψήφισαν υπέρ της αποπομπής του προέδρου. Η ανεπαρκής προσέλευση εξηγείται από αρκετούς παράγοντες. Ο Τραϊάν Μπεσέσκου κάλεσε τους υποστηρικτές του να μποϊκοτάρουν το Δημοψήφισμα, θέτοντας την αντιπολίτευση στο πρόσωπό του ενώπιον ενός πρακτικά μη υλοποιήσιμου στόχου: να πετύχουν την υπέρβαση του ορίου συμμετοχής αποκλειστικά μέσω της κινητοποίησης του δικού της εκλογικού σώματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι το όριο συμμετοχής στο Δημοψήφισμα για την αποπομπή του προέδρου είχε οριστεί από το Κοινοβούλιο πριν η αντιπολίτευση κερδίσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και οι προσπάθειες να ακυρωθεί συνάντησαν τη σφοδρή αντίδραση από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο σχέδιο άσκησης πίεσης στο Βουκουρέστι ιδιαίτερα δραστήριοι ήταν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ). Η υποστήριξη του ΕΛΚ εξηγείται λόγω του ότι στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών διαδικασιών, ο ίδιος ο Τραϊάν Μπεσέσκου και οι Ρουμάνοι ευρωβουλευτές από το φιλοπροεδρικό κόμμα υποστηρίζουν ενεργά όλες τις πρωτοβουλίες του ΕΛΠ. Ισχυρό χτύπημα κατά των πιθανοτήτων αποπομπής του προέδρου Μπεσέσκου καταφέρθηκε από τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτωρα Όρμπαν, ο οποίος κάλεσε τους Ούγγρους, που διαμένουν στη Ρουμανία να υποστηρίξουν το μποϊκοτάζ του Δημοψηφίσματος.

Ακόμη και υπ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες σχεδόν όλες οι κοινωνιολογικές προγνώσεις υποδείκνυαν ότι το όριο της συμμετοχής θα ξεπεραστεί και ο πρόεδρος Μπεσέσκου θα υποχρεωθεί σε παραίτηση. Ωστόσο παρά τις δηλώσεις της αντιπολίτευσης ότι το όριο της συμμετοχής ξεπέρασε το 52 %, τα προκαταρκτικά στοιχεία της ρουμανικής Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής δείχνουν ότι η προσέλευση δεν έφθασε το 50 %. Η αντιπολίτευση έχει μία τελευταία ευκαιρία να επιτύχει την αναγνώριση του Δημοψηφίσματος ως έγκυρου. Το ζήτημα της αναγνώρισης της εγκυρότητας του Δημοψηφίσματος βρίσκεται στη δικαιοδοσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας και ήδη έχει κατατεθεί έφεση για την αναγνώριση του Δημοψηφίσματος ως έγκυρου. Η επιχειρηματολογία των συντακτών της έφεσης έγκειται στο ότι το μποϊκοτάζ του Δημοψηφίσματος είναι αντισυνταγματικό, ενώ η εμπλοκή του Ούγγρου πρωθυπουργού διατάραξε την ομαλή διαδικασία της λαϊκής ετυμηγορίας. Ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος ήδη μπορούν να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα ως προς τις πολιτικές συνέπειες του Δημοψηφίσματος.

Κατά πρώτον η πολιτική αστάθεια στη Ρουμανία θα συνεχιστεί. Η κοινωνία είναι έντονα πολωμένη, ενώ η πολιτική ένταση δεν θα μειωθεί και αυτό το αναγνωρίζουν όλες οι πλευρές της αντιπαράθεσης.

Δεύτερο συμπέρασμα: ο πρόεδρος Μπεσέσκου έχει σοβαρά προβλήματα με την πολιτική του νομιμοποίηση. Ακόμη κι αν το Δημοψήφισμα αναγνωριστεί ως μη έγκυρο, η ήττα στην ψηφοφορία με τέτοιο συντριπτικό ποσοστό (86 % υπέρ της παραίτησης και 14 % εναντίον) θα περιορίσει σοβαρά τις πολιτικές δυνατότητες του προέδρου.

Και, τέλος, η αγενής εμπλοκή Ευρωπαίων πολιτικών στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρουμανίας και η υποστήριξη από την πλευρά τους, που παρασχέθηκε στον εξαιρετική μη δημοφιλή πρόεδρο Μπεσέσκου, διευκολύνουν την εμφάνιση ευρωσκεπτικισμού, ο οποίος ουσιαστικά απουσίαζε στη ρουμανική κοινωνία ως το Δημοψήφισμα.

Ως την αρχή της ψηφοφορίας πολλοί παρατηρητές και αναλυτές ήλπιζαν ότι το Δημοψήφισμα θα οδηγήσει στην εκτόνωση της πολιτικής ένταση. Σήμερα είναι κατανοητό ότι η πολιτική κρίση θα συνεχιστεί και μάλιστα θα γίνει βαθύτερη, ενώ η σχέση του ρουμανικού εκλογικού σώματος προς τους Ευρωπαίους πολιτικούς άλλαξε προς το χειρότερο.