Μετά από τρεις μήνες επενδυτικής σιωπής ο ροή του κεφαλαίου προς τη Ρωσία άρχισε και πάλι. Από τις 4 ως τις 11 Ιουλίου η ροή προς τα παραδοσιακά επενδυτικά ταμεία αυξήθηκε κατά 35 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τα αποθεματικά της ETF (οι χρηματιστηριακές οργανώσεις), κατά 15 εκατομμύρια. Η βασική αιτία της αύξησης του ξένου ενδιαφέροντος προς τη ρωσική αγορά είναι η κατάσταση στη διεθνή αγορά πετρελαίου. Η Ρωσία έχει προφανή πλεονεκτήματα. Έτσι στα τέλη Ιουνίου η αξία του ρωσικού πετρελαίου τύπου Urals αυξήθηκε ως τα 99,93 δολάρια το βαρέλι και υπερκέρασε το Βrent της Βόρειας Θάλασσας στα 99,73 δολάρια. Οι επενδυτές δεν θέλουν να χάσουν τη χρονική στιγμή, θεωρεί ο αναλυτής Ρομάν Αντρέεφ:

Η αγορά των πρώτων υλών βρίσκεται τώρα σε καλή κατάσταση, γιατί οι παίκτες προτιμούν να πραγματοποιούν σύντομες χρονικές εισόδους σε ρωσικά ομόλογα, που έχουν πολύ υψηλότερη απόδοση, από ότι, για παράδειγμα, οι μετοχές της Γερμανίας, είτε της γεμάτης κινδύνους Ιταλίας.

Πάντως οι τιμές του πετρελαίου δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας της ξένης ζήτησης. Η φροντίδα της ρωσικής κυβέρνησης για την τρέχουσα κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και η υιοθέτηση των σχετικών μέτρων προσελκύει τους επενδυτές, λέει ο αναλυτής Αντόν Σαφόνοφ:

Οι Αρχές της χώρας επανειλημμένως το τελευταίο διάστημα δήλωναν ότι προσπαθούν να μειώσουν τη βλάβη από την τυχόν κρίση, δημιουργώντας τόσο μια εκδοχή προϋπολογισμού κρίσης, όσο και την επιβολή κανόνων του προϋπολογισμού, μειώνοντας ουσιαστικά την εξάρτηση της οικονομίας της χώρας από μια πιθανή πτώση των τιμών στο πετρέλαιο. Ειδικά αυτά τα βήματα του κράτους για τη μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες οδηγούν στην αύξηση της επενδυτικής ελκυστικότητας και επομένως της ροής των χρηματικών μέσων.

Επίσης αξίζει να υπενθυμιστεί και η ηπιότερη πολιτική ισοτιμίας της Κεντρικής Τράπεζας, γεγονός, που θα επιτρέψει να καλυφθεί η πτώση των τιμών του πετρελαίου σε περίπτωση κρίσης. Προβλέπεται ακόμη η δημιουργία αποθεματικών στον προϋπολογισμό και η χρήση του μηχανισμού των κρατικών εγγυήσεων. Με αυτήν την προσέγγιση, κατά τις εκτιμήσεις των ειδικών, ήδη προς το τέλος της επόμενης χρονιάς η εισροή του κεφαλαίου στη χώρα θα είναι 15 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αλεξάντρα Ντιμπίζεβα, Αναστασία Πιόρσκινα