Στη συνέχεια οι καλλιτέχνες συγκρότησαν τη δημιουργική ένωση «Βαλές Καρό». Τα μέλη της στα έργα τους αρνούνταν τον ακαδημαϊσμό και το ρεαλισμό του 19ου αιώνα, οργανικά συνδύαζαν την αισθητική της ναΐφ τέχνης των λαϊκών μαστόρων, μεταξύ άλλων και το ρωσικό  lubok με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, την κληρονομιά του Σεζάν, τον κυβισμό, τον φοβισμό και τον εξπρεσιονισμό. «Η πιο ισχυρή σε ολόκληρο το ζωγραφικό πνεύμα νεολαία ενώθηκε υπό τη σημαία του «Βαλέ Καρό», βλέποντας σ’αυτόν έναν κόσμο σαν ζωγραφική, σαν χρώμα», έγραφε ο Kαζιμίρ Μαλέβιτς.

Σήμερα, τα ονόματα των συμμετεχόντων εκείνης της έκθεσης είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο, οι πίνακες ζωγραφικής τους εκπροσωπούνται στις μεγαλύτερες μουσειακές συλλογές, ενώ η εμφάνιση των έργων τους στις μεγάλες δημοπρασίες προκαλεί αυξημένο ενδιαφέρον των συλλεκτών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό μπορεί να είναι η δημοπρασία, που έγινε στο Λονδίνο στα τέλη Μαΐου, στην οποία η νεκρή φύση της Νατάλιας Γκοντσάροβα «Καμπανούλες» πουλήθηκε προς 2,9 εκατομμύρια λίρες.

Μετά από περισσότερο από έναν αιώνα οι ζωγράφοι του «Βαλέ καρό» συναντήθηκαν και πάλι στον ίδιο εκθεσιακό χώρο: στην γκαλερί της πρωτεύουσας «Οίκος Νασόκιν» παρουσιάζονται πάνω από 80 έργα ζωγραφικής και σχεδίου των πλέον φωτεινών καλλιτεχνών των αρχών του 20ού αιώνα. Πολλά από αυτά εκτίθενται στη Μόσχα για πρώτη φορά.

Κεντρικό γεγονός της έκθεσης μπορούμε να ονομάσουμε το μνημειακό ζωγραφικό έργο του Πιοτρ Κοντσαλόφσκι «Λούσιμο του Κόκκινου Αλόγου» από τη συλλογή της Κεντρικού Μουσείου των Ενόπλων Δυνάμεων της Ρωσίας. Ζωγραφίστηκε το 1928, εκτίθεται μόλις για δεύτερη φορά και εν γένει διασώθηκε από θαύμα, λόγω του τολμηρού νατουραλισμού της στην απεικόνιση γυμνών ανδρικών μορφών. Ο πίνακας, που ζωγραφίστηκε ενόψει της 10ης επετείου του Κόκκινου Στρατού, δεν εκτιμήθηκε, επικρίθηκε και αποσύρθηκε στα φυλακτήρια του Μουσείου.

«Ως εκ θαύματος διασώθηκαν». Έτσι μπορεί να ειπωθεί για πολλά εκθέματα. Ειδικότερα, στις αίθουσες της γκαλερί εκτίθενται οκτώ πανό του Πιοτρ Κοντσαλόφσκι, που ζωγραφίστηκαν κατά παραγγελία ενός εμπόρου, το όνομα του οποίου έχει σήμερα ξεχαστεί. Τι ενδιαφέρον είναι ότι η  ζωγραφική του Κοντσαλόφσκι δεν άρεσε στον παραγελλιοδότη. Όπως διηγείται η ανώτερη επιστημονική συνεργάτης του μουσείου-πάρκου «Αμπράμτσεβο» Σβετλάνα Βόλκοβα, «παρόμοια ζωγραφικά έργα του φάνηκαν πασαλείμματα και δεν επέτρεψε να διακοσμήσουν τους εσωτερικούς του χώρους με αυτά τα έργα, τα οποία διατηρήθηκαν σαν από θαύμα».

Κομψό συμπλήρωμα στα ζωγραφικά και σχεδιαστικά έργα, που παρουσιάζονται στην έκθεση, είναι τα οικιακά σκεύη, που ανήκαν στον Μσκόφ και τον Φαλκ, οι οποίοι τα αποτύπωσαν στια περίφημες νεκρές φύσεις τους.

«Πολλοί από τους θεατές είχαν εντυπωσιαστεί τόσο, γιατί η ζωγραφική τους στερούσε το στήριγμά τους», έγραφε ο Καζιμίρ Μαλέβιτς για την έκθεση του 1910: «Το χρώμα συγκλόνιζε, βάζοντας φωτιά στον εγκέφαλο, ο οποίος είχε συνηθίσει στην ήσυχη μονότονη ζωγραφική των “περιηγητών”». Και σήμερα τα λόγια του καλλιτέχνη εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ τα χρώματα στους καμβάδες των Ρώσων ακολούθων του Σεζάν προκαλούν όπως και πριν απόλαυση και χαρίζουν μια εντυπωσιακή αίσθηση ζεστασιάς και φωτός.