Οι πληροφορίες θα φθάνουν στο Κέντρο Διοίκησης και Ελέγχου από το αναπτυγμένο στην Τουρκία ραντάρ και από το ραντάρ του ίδιου του πλοίου. Τέτοια είναι η εικόνα της «πρώτης φάσης» του ευρωπαϊκού συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας.

Η ανάπτυξη του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας του ΝΑΤΟ αρχίζει από τη νότια πτέρυγα, που είναι λιγότερο επικίνδυνη για τα συμφέροντα της Ρωσίας. Αλλά η ίδια η δημιουργία του συστήματος, ικανού να αναπτύσσεται και να διευρύνεται από πρόσθετα στοιχεία, συνιστά ορισμένη απειλή.

Στην επίλυση του προβλήματος ακόμα στο στάδιο ανάπτυξης του συστήματος θα μπορούσαν να συντελέσουν οι εγγυήσεις που προσδιορίζουν τις κρίσιμες παραμέτρους αυτής της ανάπτυξης. Αλλά είναι αμφίβολο αν εγκριθεί από την ηγεσία και τα Κοινοβούλια των χωρών του ΝΑΤΟ η ένταξη της Ρωσίας στο σύστημα στρατιωτικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, ειδικά σε τόσο ευαίσθητο θέμα, όπως είναι το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας. Παρόλα αυτά η αναζήτηση άλλων μορφών συνεργασίας είναι δυνατή.

Ο Αμερικανός στρατιωτικός εμπειρογνώμονας Ντμίτρι Γκόρενμπουργκ (Dmitry Gorenburg), σχολιάζοντας το θέμα των πιθανών εγγυήσεων από το ΝΑΤΟ, δήλωσε στο ΡΣ "Η Φωνή της Ρωσίας" τα εξής:

- Στις ΗΠΑ αντιλαμβάνονται πολύ διαφορετικά την ίδια την λέξη «εγγύηση» και ιδιαίτερα στην περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας. Σε περίπτωση, που θα γίνει λόγος για τις εγγυήσεις, οι αντίπαλοι του Ομπάμα θα  λένε ότι υπέκυψε στις πιέσεις της Ρωσίας. Η ουσία της θέσης αρχών των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ συνίσταται στο ότι το σύστημα ελέγχου πρέπει να βρίσκεται στα χέρια τους. Συνεπώς, η πιο εφικτή κατεύθυνση δράσης είναι η ανάπτυξη του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό την υποβάθμιση του επιπέδου δυσπιστίας ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη. Η δυνατότητα δε  ενσωμάτωσης των ρωσικών στοιχείων στο σύστημα μπορεί να συζητηθεί μόνο μετά τις εκλογές και αν  τις κερδίσει ο Μπαράκ Ομπάμα, μάλιστα υπό τον όρο ότι τέτοια ένταξη θα δώσει συγκεκριμένο τεχνικό όφελος και  δεν θα είναι καθαρά πολιτικό βήμα,- είπε ο Ντμίτρι Γκόρενμπουργκ.

Η «ασύμμετρη απάντηση» της Ρωσίας στην ανάπτυξη του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη - είναι τύπος,  που από καιρό έγινε βαρετός. Πρέπει να σημειωθεί σχετικά με αυτό, ότι η εμφάνηση των συστημάτων Iskander-M στις δυτικές περιοχές της Ρωσίας δεν αποτελεί τέτοια απάντηση. Είναι απλώς ένα νέο στάδιο ανάπτυξης των στρατιωτικών υποδομών κοντά στα ρωσικά σύνορα.

Στην πραγματικότητα,  τέτοια ασύμμετρη απάντηση μπορεί να γίνει η δημιουργία απειλής για την ομάδα δορυφόρων του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, η οποία παίζει τον βασικό ρόλο στο σύστημα προειδοποίησης της πυραυλικής επίθεσης. Αυτή η απειλή μπορεί να δημιουργηθεί μέσω της  κατασκευής αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων τύπου S-500, καθώς επίσης και μέσω της ανάπτυξης των συστημάτων λέιζερ εναέριας βάσης, ικανών να εξολοθρεύουν τον οπτικό εξοπλισμό των δορυφόρων. Το καθήκον αυτό είναι  πολύ λιγότερο φιλόδοξο και πολύ πιο ρεαλιστικό από τις αμερικανικές προσπάθειες κατασκευής αντιπυραυλικού λέιζερ.

Σε περίπτωση, που η Ρωσία θα καταφέρει πραγματικά να δώσει παρόμοια απάντηση στο σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας, οι προτάσεις της για τη δημιουργία κοινού συστήματος με τη χρήση ρωσικών ραντάρ πρόωρης προειδοποίησης θα αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερο βάρος. Σ΄αυτές τις συνθήκες το ΝΑΤΟ θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα και να επιλέξει ανάμεσα στον κίνδυνο εξουδετέρωσης του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας στο σύνολό του  ή την αναβάθμιση του επιπέδου αποτελεσματικότητάς του σε συνεργασία με τη Ρωσία