Ακόμη κι εκείνοι οι σχολιαστές, που παρατηρούν αυτήν την αλλαγή, μερικές φορές βλέπουν σ’ αυτήν νόημα, που δεν έχει τίποτε κοινό με την πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Πακιστάν αναπτύχθηκαν σχεδόν διαμετρικά. Από την ανοιχτή και απροκάλυπτη αντιπαράθεση στα χρόνια του «ψυχρού πολέμου» και κυρίως κατά διάρκεια της σοβιετικής στρατιωτικής επιχείρησης στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980, πέρασαν μέσω μιας περιόδου ψυχρής αποστασιοποίησης στη δεκαετία του 1990 στην αποκατάσταση μιας εποικοδομητικής συνεργασίας τη δεκαετία του 2000. Σήμερα οι σχέσεις αυτές μπορούν κάλλιστα να χαρακτηριστούν εταιρικές, εκτιμά ο εμπειρογνώμονας του Ρωσικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών Μπορίς Βολχόνσκι:

Τα τελευταία χρόνια έγιναν συχνότερες οι επαφές σε ανώτατο επίπεδο. Η Ρωσία υποστήριξε ανεπιφύλακτα την επιθυμία του Πακιστάν να ενταχθεί στον Οργανισμό για τη Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) και εξέφρασε την επιθυμία να συμμετάσχει στην υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής, για παράδειγμα του αγωγού TAPI (Τουρκμενιστάν - Αφγανιστάν - Πακιστάν - Ινδία). Και παρόλο που μέχρι στιγμής ο όγκος του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων είναι σε χαμηλό επίπεδο, στο μέλλον υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη διεύρυνσή του.

Προ ημερών στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών εμφανίστηκε μια νέα τροπή. Ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Γιουσούφ Ρεζά Γκιλανί ήταν ένας από τους πρώτους διεθνώς ηγέτες, που συνεχάρησαν τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές. Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον Πούτιν ο Γκιλανί τον προσκάλεσε να επισκεφθεί το Πακιστάν σε επίσημη επίσκεψη το Σεπτέμβριο. Η πρόσκληση έγινε δεκτή. Η προγραμματιζόμενη επίσκεψη θα είναι η πρώτη αρχηγού του ρωσικού κράτους στο Πακιστάν σε ολόκληρη την ιστορία των διμερών σχέσεων.

Ορισμένοι παρατηρητές διέκριναν στην αποκατάσταση των ρωσο-πακιστανικών σχέσεων κάποια διπλή σημασία, ότι δήθεν οι σχέσεις αυτές κινούνται εις βάρος των παραδοσιακά καλών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ινδίας. Ο σχολιαστής του πρακτορείου Reuters Σαντζίφ Μιγκλάνι μιλά ευθέως για μια νέου είδους Αντάντ και συνδέει την αναθέρμασνη στις ρωσο-πακιστανικές σχέσεις με το πάγωμα των πακιστανο-αμερικανικών σχέσεων και τη βελτίωση των αμερικανο-ινδικών σχέσεων τα τελευταία χρόνια. Αν θυμηθούμε ότι η Αντάντ ήταν μια στρατιωτική συμμαχία Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας κατά της Γερμανίας στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε δεν είναι μακριά και ως το συμπέρασμα για πιθανότητα κάποιου είδους σύγκρουσης στην Ασία με συμμετοχή των μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων. Δυστυχώς πίσω από παρόμοια σχόλια κρύβονται παλιά στερεότυπα, εκτιμά ο Μπορίς Βολχόνσκι:

Ναι, είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις μεταξύ Ινδίας και ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έχουν υποστεί σημαντικές αλλαγές. Αλλά κανείς στην Ινδία ή στη Ρωσία δεν λέει ότι αυτές οι σχέσεις προωθούνται σε βάρος των παραδοσιακών ρωσο-ινδικών σχέσεων. Γιατί είναι απαραίτητο να διακρίνεις κάποιο αντι-ινδικό νόημα στις προθέσεις Μόσχας και Ισλαμαμπάντ να αναπτύξουν έναν εποικοδομητικό εταιρικό διάλογο;

Ένα ειδικό ζήτημα, που σχετίζεται με τη ρωσο-πακιστανική συνεργασία, προκύπτει στους Ινδούς σχολιαστές λόγω του ότι η Ρωσία προμηθεύει τους κινητήρες για τα σινο-πακιστανικά μαχητικά Τσεντού FC-1 Σιαολούν. Στην Πολεμική Αεροπορία του Πακιστάν ονομάζονται JF-17 Thunder. Ορισμένοι διακρίνουν σε αυτό το πρόγραμμα ένα μη φιλικό βήμα προς την Ινδία. Όμως το εμπόριο όπλων είναι πρώτα απ' όλα επιχειρηματική δράση. Και η Ινδία αγοράζει όπλα όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες. Και οι ΗΠΑ προμηθεύουν όπλα τους όχι μόνο στην Ινδία, αλλά και στο Πακιστάν. Και αυτό δεν εμποδίζει την ανάπτυξη των ινδο-αμερικανικών σχέσεων.

Κατά συνέπεια δεν χρειάζεται να αναζητά κανείς στη σημερινή αναθέρμανση των ρωσο-πακιστανικών σχέσεων κάποιο κρυφό νόημα. Σε τελική ανάλυση η ανάπτυξη της εταιρικής σχέσης με μία από τις χώρες της περιοχής υπηρετεί τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας σε ολόκληρη την περιοχή, πράγμα που σημαίνει ότι είναι ωφέλιμη για όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας.



Μπορίς Βολχόνσκι