Οι Ρώσοι με ενθουσιώδη φανατισμό υποστηρίζουν εκείνους που θα εκπροσωπήσουν τη χώρα στη Eurovision. Τα τραγούδια που ακούγονται ανήκουν στα πιο διαφορετικά στιλ: ποπ, ροκ, ραπ, λαϊκά, ακόμα και άριες της όπερας. Ενώ το όνειρο να αγωνιστούν για τη νίκη με τραγουδιστές και συγκροτήματα από 42 χώρες της Ευρώπης το τρέφουν πολλοί, ακόμη και γνωστοί ερμηνευτές. Τη φετινή χρονιά στην εθνικό τελικό για την επιλογή του τραγουδιού, που διοργάνωσε το τηλεοπτικό δίκτυο «Ρωσία», μεταξύ των 25 υποψηφίων ήταν, για παράδειγμα, το ντουέτο Ντίμα Μπιλάν, ο νικητής του «Eurovision-2008» και Γιούλια Βόλκοβα από το συγκρότημα «Tatu», που είχε πάρει την τρίτη θέση στη Εurovision το 2003. Όμως και πάλι η Εurovision  απέδειξε τον απρόβλεπτο χαρακτήρα της. Και το κοινό και η κριτική επιτροπή ψήφισαν ομόφωνα υπέρ των γιαγιάδων από το Μπουράνοβο, οι οποίες ξεπέρασαν όλους τους υποψηφίους του εθνικού τελικού με μεγάλη διαφορά - σχεδόν 10 πόντους.

Οι γιαγιάδες από το Μπουράνοβο είναι ήδη η δεύτερη φορά που συμμετέχουν στον εθνικό τελικό. Το 2010 ήταν μεταξύ των προπορευόμενων, αλλά δεν μπόρεσαν να υπερνικήσουν το αστέρι του Διαδικτύου Πιοτρ Νάλιτς. Ωστόσο, ήδη από τότε τις γιαγιάδες από το Μπουράνοβο τις αγάπησε ολόκληρη η Ρωσία. Και αυτή τη χρονιά, επιτέλους, στέφθηκαν από επιτυχία, στην ερμηνεία των ηλικιωμένων καλλιτέχνιδων στον εθνικό τελικό το κοινό αντέδρασε έντονα και χαρούμενα. Τις εντυπώσεις από την εμφάνισή τους περιέγραψε πρώτη μια από τις συμμετέχουσες στο συγκρότημα, η Όλγκα Τουκταριόβα:

«- Ήταν τέτοιο το βουητό, που θέλοντας και μη περάσαμε στις φωνές και δεν τραγουδούσαμε, αλλά μόνο ουρλιάζαμε. Εμένα τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, γιατί ήταν τόσο μεγάλη η ενέργεια που ερχόταν από το ακροατήριο.  Πολύ περισσότερο, που βρίσκονταν εκεί μόνο νέοι κι εμείς είμαστε ήδη γιαγιάδες. Τόσο δυνατή ήταν τελικά η φόρτιση.

- Αλήθεια γιαγιάδες; 

- Ναι, ναι».

Η ιδιαίτερη πατρίδα των καλλιτέχνιδων, το χωριό Μπουράνοβο, βρίσκεται στους πρόποδες των Ουραλίων, στην αυτόνομη Δημοκρατία της Ουντμουρτίας και ανήκει στην φινλανδο-ουγγρική παράδοση, που ενώνει πολλούς λαούς της Ευρώπης. Οι γιαγιάδες του Μπουράνοβο ζουν σε συνθήκες φυσικής οικονομίας και κατά καιρούς απέρριπταν εμφανίσεις, εάν είχε φθάσει ο καιρός να φυτευτεί η πατάτα ή η εποχή της συγκομιδής. Τραγουδούν έτσι, όπως τραγουδούσαν οι πρόγονοί τους, στη μητρική τους ουντμουρτική γλώσσα, μεταφέροντας και στο δικό τους λαϊκό δρόμο δημοφιλή στην εποχή μας τραγούδια, για παράδειγμα, του συγκροτήματος των Beatles.

Φυσικά στην Ευρώπη υπάρχει εκρηκτικό ενδιαφέρον για το φολκλόρ, αλλά είναι δύσκολο να προβλεφθεί η αντίδραση των θεατών ενός νεανικού διαγωνισμού στην τέχνη των γιαγιάδων. Παρ’ όλ’ αυτά τις γιαγιάδες τις περιμένει η επιτυχία, για την οποία εξέφρασε τη βεβαιότητά του ο Ρώσος παραγωγός Ιωσήφ Πριγκόζιν σε συνέντευξή του στη «Φωνή της Ρωσίας».

 Ι.Πριγκόζιν:
«Πιστεύω ότι σήμερα σε κάθε είδος της μουσικής βιομηχανίας και στο χώρο του θεάματος συνολικά δεν επαρκούν τα φωτεινά πρόσωπα, οι προσωπικότητες.  Ανεξάρτητα από την ηλικία, νομίζω ότι εδώ υπάρχει κάτι ενδιαφέρον. Τουλάχιστον κατέχουν την πρωτοτυπία. Όσο παρακολουθώ το διαγωνισμό της Eurovision, πολύ συχνά εκεί τα τραγούδια μοιάζουν μεταξύ τους. Και οι καλλιτέχνες σαν να βγαίνουν από καρμπόν. Ενώ εδώ υπάρχει κάτι, που τις κάνει παρ’ όλ’ αυτά να διαφέρουν από όλους. Δεν έχουν καμία σχέση με το χώρο του θεάματος, είναι κοντά στο λαό και νομίζω ότι το κοινό θα παρακολουθήσει με ικανοποίηση τις γιαγιάδες του Μπουράνοβο και στον ίδιο το διαγωνισμό. Έτσι γεννιούνται τα αστέρια από την επαρχία, ανεξαρτήτως ηλικίας και εθνικής προέλευσης».

Ολόκληρο το ακροατήριο, που συγκεντρώθηκε στο τηλεοπτικό στούντιο για τον εθνικό τελικό σιγοτραγούδησε με τις γιαγιάδες του Μπουράνοβο. Οι ίδιες τραγούδησαν τις επιτυχίες τους, ανακατεύοντας την ουντμουρτική με την αγγλική γλώσσα. Οι στίχοι μιλούν για τα πιο απλά πράγματα, για το αναμμένο τζάκι, τα παιδιά και το σπίτι. Τα συγκινητικά αυτά λόγια ταιριάζουν στο γούστο ενός Ρώσου φιλόμουσου, αλλά μένει να δούμε πώς θα αποτιμήσουν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες Εurovision το ουντμουρτικό φολκλόρ.

 

Νατάλια Βίκτοροβα, Γκριγκόρι Σαμπάνοφ