Πρέπει να πούμε ότι το κινηματογραφικό φεστιβάλ Βερολίνου φέτος επέδειξε έναντι του Ιράν και των κινηματογραφιστών του ιδιαίτερη προσοχή. Συγκεκριμένα, ως μέλος της κριτικής επιτροπής προσκλήθηκε ο σκηνοθέτης Τζαφάρ Πανάχι, ο οποίος στη χώρα του εξοστρακίστηκε από το επάγγελμά του για 20 χρόνια και καταδικάστηκε σε εξάχρονη φυλάκιση. Στο Βερολίνο, βέβαια, δεν πήγε και στη θέση του στη σκηνή της κινηματογραφικής αίθουσας υπό τα χειροκροτήματα του κοινού παρουσίασαν πολυθρόνα με την επιγραφή «Τζαφάρ Πανάχι». Τέτοιο ήταν το προοίμιο της Μπερλινάλε, και η απονομή της «Χρυσής Αρκούδας» στην ταινία «Νάντερ και Σιμίν: Ένας χωρισμός» αποτελεί νομοτελειακό επίλογο. Όμως πρέπει να ομολογήσουμε ότι η ταινία αυτή είναι ενδιαφέρουσα, - θεωρεί ο κινηματογραφικός κριτικός Βαλέρι Κίτσιν:

 «Η ιρανική ταινία είναι υπόθεση οικογενειακού δράματος. Ο άντρας και η γυναίκα βρίσκονται στο χείλος του διαζυγίου. Η γυναίκα θέλει να μεταναστεύσει από τη χώρα και να βρει μιά καλύτερη ζωή για την κόρη της, ενώ ο άντρας της είναι εναντίον. Ως αποτέλεσμα η γυναίκα επιστρέφει στο χωριό της, ενώ ο άντρας με την κόρη παραμένουν στην πόλη, προκειμένου να φροντίζουν τον μισότρελο παππού. Για την περιποίηση του γέρου ο Νάντερ προσλαμβάνει μιά γυναίκα, η οποία όπως αποδείχτηκε μετά ήταν έγκυος. Η γυναίκα πέφτει από τη σκάλα και συμβαίνει αποβολή. Τότε ο άντρας αυτής της γυναίκας κινεί αγωγή στο δικαστήριο εναντίον του Νάντερ για φόνο του παιδιού. Το φιλμ είναι ενδιαφέρον γιατί ο σκηνοθέτης δεν υπαγορεύει τις εκτιμήσεις του και οι θεατές πρέπει να τις κάνουν οι ίδιοι στην πορεία της παρακολούθησης του έργου. Ο δημιουργός της ταινίας μόνο παρουσιάζει όλο και νέα επιχειρήματα, ώστε να φανούν από διαφορετική σκοπιά οι περιστάσεις. Και αυτό κάνει την ταινία συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ. Μάλιστα ένας από τους κινηματογραφικούς κριτικούς την έχει συγκρίνει με τις ταινίες του Χίτσκοκ.

Το δεύτερο σε σημασία βραβείο - το Γκραν πρι της κριτικής επιτροπής – το πήρε ο Ούγγρος σκηνοθέτης Μπέλε Τάρου για την ταινία «Το άλογο του Τουρίνου». Πρόκειται για την ιστορία ενός φιλοσόφου, που έχασε τα λογικά του όταν είδε τον αμαξά, που ξυλοκοπούσε το γέρικο, άρρωστο άλογό του. Αυτή η ταινία, κατά την άποψη πολλών Ρώσων εμπειρογνωμόνων, μπορεί να θεωρηθεί ως καθαρό πρότυπο του λεγόμενου φεστιβαλικού κινηματογράφου. Η παρακολούθηση του φιλμ είναι πολύ δύσκολο πράγμα και η ταινία διαρκεί 2,5 ώρες. Μάλιστα ένα και το αυτό σκηνικό μπορεί να διαρκεί 7 λεπτά, χωρίς να συμβαίνει τίποτα. Για την κριτική επιτροπή – τους επαγγελματίες του κινηματογράφου – αυτό τους συνάρπασε. Όσον αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις του κινηματογράφου και του θεατή, τα  αποτέλεσματα σχετικά με τις εντυπώσεις του φεστιβάλ Βερολίνου τα αποτίμησε ο Ρώσος  κινηματογραφικός κριτικής Κιρίλ Ραζλόγκοφ:

 «Το φεστιβάλ έχει μεγαλώσει και ωριμάσει, σε ό,τι αφορά το ενδιαφέρον των θεατών, - θεωρεί ο Κιρίλ Ραζλόγκοφ: - Οι αίθουσες ήταν γεμάτες, μεταξύ άλλων και όταν προβάλλονταν ταινίες, αρκετά δύσκολες να τις αντιληφθεί κανείς. Όμως, από την άλλη, το φεστιβάλ χάνει την καλλιτεχνική του ιδιομορφία και καθίσταται μεγάλος χώρος στην αγορά. Ίσως, αυτό είναι καλό, εν πάση περιπτώσει, αυτό αρέσει στην πόλη.