23 Απριλίου:

Τα στρατεύματα του πρώτου Λευκορωσικού μετώπου, αναπτύσσοντας με επιτυχία την  επίθεσή τους μπήκαν στο Βερολίνο, πρωτεύουσα της Γερμανίας. Ο εχθρός αντιστεκόταν λυσσασμένα, όμως κάτω από τα χτυπήματα των σοβιετικών στρατευμάτων αφήνει τις θέσεις του τη μιά μετά την άλλη. Σαν αποτέλεσμα υπερφαλάγγισης και αποφασιστικής εφόδου τα σοβιετικά στρατεύματα κατέλαβαν την πόλη Φρανκφούρτη επι του Όντερ, ισχυρό φρούριο των Γερμανών στον ποταμό Όντερ και μεγάλο βιομηχανικό κέντρο της Γερμανίας.

Η γερμανική διοίκηση παίρνει εξαιρετικά σκληρά μέτρα για την ενίσχυση της αντίστασης των στρατευμάτων της. Σε όλες τις παρακλήσεις των διοικητών των στρατιωτικών τους τμημάτων να τους επιτραπεί η υποχώρηση, η γερμανική διοίκηση απαντά μόνιμα και σταθερά: «Κρατηθείτε ό,τι κι αν συμβεί. Όποιος υποχωρήσει θα εκτελεστεί αμέσως». Ο Χάρυ Τρούμαν, που μόλις ανέλαβε το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ, συναντήθηκε με τον Υπουργό Εξωτερικών της Σοβιετικής ΄Ενωσης Βιατσεσλάβ Μολότοφ.Ο επικυρίαρχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι η Μόσχα είναι υποχρεωμένη να εκπληρώσει τις Συμφωνίες της Γιάλτας, από τις οποίες προκύπτει ότι στην Πολωνία πρέπει να γίνουν ελεύθερες εκλογές υπό τον έλεγχο της αντίστοιχης Διεθνούς Επιτροπής. Ύστερα από πολλά χρόνια ο Τρούμαν αναθυμόταν: «Τού είπα (στον Μολότοφ) κατάμουτρα, σαν να τον χτύπησα στο πρόσωπο».

Στο ημερολόγιο του Γενικού Επιτελείου της Βέρμαχτ γράφτηκε εκείνη την μέρα: « Ο στρατάρχης Κάιτελ πήγε στο Δυτικό μέτωπο στο Επιτελείου του στρατηγού Βενκ και συζήτησε μαζί του το σχέδιο επίθεσης κατά του Βερολίνου προς την κατεύθυνση του Πότσνταμ. Από τον Στρατό αφαιρείται το ανεκπλήρωτο καθήκον του αγώνα σε δύο μέτωπα. Ο Στρατός μπορεί και πρέπει να  αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στο  κύριο- στον αγώνα κατα των Σοβιέτ».