Κατεβάστε ηχητικό αρχείο - Download


Γίνεται λόγος για τη στάση του Βατικανού απέναντι στα προβλήματα που είναι συνδεδεμένα με την  διαμορφωμένη διαθρησκευτική κατάσταση  στη Δυτική Ουκρανία. Την δεκαετία του '90, κατά την διάσπαση της Σοβιετικής ΄Ενωσης σ΄αυτή την περιοχή είχαν αναπτυχθεί εξαιρετικά πολύπλοκες πολιτικές διαδικασίες οι οποιες επηρέασαν την κατάσταση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σ΄αυτό το έδαφος. Σε μερικές δυτικοουκρανικές περιοχές σε συνθήκες ανοχής των διοικητικών αρχών, είχαν κατακτηθεί εκατοντάδες  ορθόδοξοι ναοί από τους λεγόμενους Ελληνοκαθολικούς ή ουνίτες που υποτάσσονται στο Βατικανό. Στην επαρχία Λβόβ, π.χ. το 1990 η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είχε 1329 ναούς, ενώ σήμερα έχει όλο κιόλο 48. Στην περιοχή του Ιβάνοβο-Φρανκόβσκ, στο μεταίχμιο της δεκαετίας του '80 και του '90 οι Ελληνοκαθολικοί κατέκτησαν 284 από τους 369 ορθόδοξους ναούς. Εξάλλου, η ουσία του ζητήματος δεν συνίσταται μόνο στην περιουσιακή αυθαιρεσία,- παρατήρησε ο ιερέας  Φίλιππος, εκπρόσωπος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου της Μόσχας. «Σήμερα στην Ουκρανία παρατηρείται εντατική επέκταση του ελληνοκαθολικισμού, γεγονός, που έχει εκδηλωθεί π.χ. στην μεταφορά της ΄Εδρας του αρχηγού αυτής της εκκλησίας από το Λβοβ στο Κίεβο. Τίποτε τέτοιο δεν γνώρισε ποτέ η ιστορία της  Ουνιτικής Εκκλησίας. Κάτι περισσότερο, δημιουργούνται νέες ενορίες της στο νότο και την ανατολή της Ουκρανίας. Καταβάλλονται προσπάθειες δημιουργίας ενοριών και διάδοσης του ουνιτικού κινήματος στη Ρωσία από μερικά στελέχη της ελληνοκαθολικής Εκκλησίας. Σε συνθήκες τέτοιας δραστηριοποίησης των Ελληνοκαθολικών, κατά τη γνώμη μας,  δεν μένει χώρος για διάλογο»,- παρατήρησε ο ιερέας Φίλιππος.

Η ΡΟΕ βρέθηκε ουσιαστικά αντιμέτωπη με τον προσυλητισμό των Ουνιτών που υπάγονται στην εξουσία του Βατικανού.  Οι εκπρόσωποι της ΡΟΕ είχαν επισημάνει πολλές φορές το απαράδεκτο τέτοιων ενεργειών και σαν απάντηση τα υπεύθυνα πρόσωπα της Καθολικής Εκκλησίας είχαν υποσχεθεί να λύσουν αυτό το πρόβλημα. Παρ'όλα αυτά το Βατικανό δεν απέσυρε ακόμα αυτό το εμπόδιο που υπάρχει στο δρόμο της ανάπτυξης των σχέσεων ανάμεσα στις δύο αδελφικές Εκκλησίες.

Τα τελευταία χρόνια μιλούν συνέχεια για το επιθυμητό και την ανάγκη της πραγματοποίησης συνάντησης  του Πατριάρχη Μόσχας και πασών Ρωσιών με τον Πάπα της Ρώμης. Σε σχέση με αυτό ο Αρχιεπίσκοπος  Ιλαρίων δήλωσε ότι η ΡΟΕ δεν είναι έτοιμη να πεί σήμερα τίποτε το συγκεκριμένο ούτε για κάποια συγκεκριμένη προθεσμία, ούτε και για τον τόπο τέτοιας συνάντησης του Πατριάρχη Κυρίλλου με τον Πάπα. Τέτοια συνάντηση πρέπει να προετοιμαστεί καλά και επισταμένα, μάλιστα, όχι μόνο στο πλαίσιο του ισχύοντος πρωτοκόλλου,- παρατήρησε ο Αρχιεπίσκοπος. Ανάμεσα στα βασικά εμπόδια ο Αρχιεπίσκος ονόμασε τα προβλήματα που υπάρχουν στις διαθρησκευτικές σχέσεις στη Δυτική Ουκρανία. «Περιμένουμε, όπως και προηγούμενα, από την Καθολική Εκκλησία συγκεκριμένα βήματα για την διόρθωση της κατάστασης»,- πρόσθεσε ο Αρχιεπίσκοπος  Ιλαρίων. Μάλιστα, η ΡΟΕ δεν απαιτεί την επιστροφή  των ναών που είχαν αποσπαστεί από αυτή με βίαιο τρόπο, ενώ επιμένει στη διευθέτηση της κατάστασης σε εκείνες τις περιοχές, όπου  για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Δυτικής Ουκρανίας  δεν έμειναν τόποι για προσευχές και όπου μόνο η παρέμβαση του Βατικανού θα μπορούσε να καλυτερεύσει την κατάσταση, μια και η Ελληνοκαθολική Εκκλησία στη διάθεση της οποίας πέρασαν αυτοί οι ναοί, υποτάσσεται στον Πάπα.

Ο Αρχιεπίσκοπος  Ιλαρίων, απευθυνόμενος με τέτοια έκκληση προς το Βατικανό, κάλεσε ταυτόχρονα και τις ουκρανικές αρχές να μη αναμιγνύονται στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, Όποιος κι αν γίνει νέος πρόεδρος της Ουκρανίας, το κύριο είναι ώστε να μην υποστηρίζει τη μιά, είτε την άλλη αναμιγμένη στη διαθρησκευτική διένεξη πλευρά.

Παρά την ύπαρξη του προβλήματος του προσυλητισμού, ο διάλογος ανάμεσα στην ΡΟΕ και το Βατικανό εντατικοποιήθηκε ωστόσο τον τελευταίο καιρό. Για το 2010 έχουν προγραμματιστεί διάφορες εκδηλώσεις με σκοπό την ανάπτυξη των σχέσεων με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Στα μέσα Μαΐου, π.χ. ο Αρχιεπίσκοπος  Ιλαρίων θα επισκεφτεί το Μιλάνο, το Τουρίνο, την Βολωνία και τη Ρώμη. Η αποστολή αυτή καλείται να διευρύνει τις  επαφές με υψηλόβαθμους εκπροσώπους της Καθολικής Εκκλησίας.